Η παγκόσμια αγορά ομολόγων παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις. Η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου των ΗΠΑ έχει ξεπεράσει το 5%, στο υψηλότερο επίπεδό της από το 2007. Η απόδοση του βρετανικού 30ετούς ομολόγου έχει εκτιναχθεί στο 6%. Η Ιαπωνία μετά από χρόνια μηδενικών επιτοκίων, βλέπει το 10ετές κρατικό ομόλογο στο 2,8% και το 30ετές να ξεπερνά το 4%. Ανοδικά κινούνται και οι αποδόσεις των γερμανικών κρατικών ομολόγων.

Άμεση αιτία είναι ο πόλεμος με το Ιράν, αλλά υπάρχει και πιο θεμελιώδης λόγος γι’ αυτό που συμβαίνει. Τα τελευταία χρόνια οι κυβερνήσεις αποδυναμώνουν την αξία των νομισμάτων τους. Ο πιο αξιόπιστος δείκτης για τη μέτρηση αυτού του φαινομένου είναι ο χρυσός. Για διάφορους λόγους, το κίτρινο μέταλλο έχει διατηρήσει την εγγενή του αξία επί χιλιάδες χρόνια. Όταν βλέπετε τις τιμές του χρυσού να αλλάζουν, αυτό που στην πραγματικότητα παρατηρείτε είναι η μεταβολή της αξίας των νομισμάτων στα οποία εκφράζεται η τιμή του χρυσού.

Η τιμή του χρυσού σε δολάρια η ουγγιά ήταν κάτω από τις 2.000 δολάρια πριν από τρία χρόνια. Σήμερα βρίσκεται πολύ πάνω από τις 4.000 δολάρια, ενώ πριν από λίγους μήνες ξεπέρασε ακόμη και τις 5.000 δολάρια. Πολλά νομίσματα είναι πιο αδύναμα από το δολάριο.

Το ιδιαίτερα ανησυχητικό για την Ιαπωνία είναι πως το τεράστιο δημόσιο χρέος της, το οποίο αναλογικά είναι υπερδιπλάσιο από αυτό των ΗΠΑ, χρηματοδοτούνταν μέχρι πρόσφατα με ομόλογα με επιτόκιο σχεδόν μηδενικό. Οι ιαπωνικές τράπεζες, για να μην αναφέρουμε την κεντρική τράπεζα της χώρας (ΒοJ), έχουν τεράστιες μη πραγματοποιημένες ζημιές, καθώς είναι επιβαρυμένες με κρατικά χρεόγραφα. Οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές εταιρείες και η Τράπεζα της Ιαπωνίας γνώριζαν ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αγοράσουν αυτά τα ομόλογα.

Δυστυχώς, μεγάλο μέρος των υπέρογκων δαπανών της Ιαπωνίας διατέθηκε σε έργα υποδομής που ήταν ως επί το πλείστον περιττά και δεν συνέβαλαν καθόλου στην ενίσχυση της υποβαθμισμένης οικονομίας της. Οι φόροι είναι τρομακτικοί. Οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης υπερβαίνουν το 30%, ο ανώτατος συντελεστής φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων ξεπερνά το 55%. Υπάρχει επίσης ο εθνικός φόρος πωλήσεων της τάξης του 10%.

Η Ιαπωνία κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει την κατάρρευση του γιεν. Η ισοτιμία γιεν/δολάριο που οι Ιάπωνες αξιωματούχοι δεν θέλουν να δουν να ξεπερνιέται είναι τα 160 γιεν το δολάριο. Η αποδυνάμωση του γιεν θα μπορούσε να προκαλέσει πανικό. Οι αγοραστές θα εξακολουθήσουν να αγοράζουν αμερικανικά ομόλογα, αλλά σε υψηλή τιμή. Θα αυξηθεί η πίεση προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να ανακουφίσει αυτή την πίεση αγοράζοντας τα αμερικανικά χρεόγραφα. Άλλα κράτη θα αναγκαστούν να τυπώσουν χρήμα.

Αν και η κατάσταση στην Ιαπωνία είναι ακραία, και άλλα κράτη κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν εφαρμόζουν πολιτικές που ευνοούν την ανάπτυξη, όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών, η κατάργηση των ασφυκτικών ρυθμίσεων και η εγκατάλειψη των καταστροφικών πολιτικών για την κλιματική αλλαγή.

Είναι εκπληκτικό ότι οι εκπρόσωποι των κεντρικών τραπεζών και οι αξιωματούχοι των υπουργείων Οικονομικών σχεδόν ποτέ δεν αναφέρονται στην ανάγκη για σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η υποτίμηση ενός νομίσματος αποτελεί τον ορισμό του νομισματικού πληθωρισμού. Η πεποίθηση ότι οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να κατευθύνουν εποικοδομητικά την οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή. Μέχρι να αλλάξει αυτή η καταστροφική νοοτροπία, η αγορά ομολόγων αναμένεται να δεχθεί πίεση. Η αλήθεια είναι πως ο τερματισμός του πολέμου με το Ιράν θα δώσει ανοδική ώθηση -προσωρινά- στα ομόλογα, αλλά οι μακροπρόθεσμες πιέσεις δεν θα εξαφανιστούν.

Forbes