Η Βρετανία, αποκτώντας τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε δέκα χρόνια, θα διαπιστώσει ότι μια ευχάριστη προσωπικότητα δεν αντικαθιστά τις ορθές αρχές και πολιτικές. Οι ΗΠΑ, και πολλά άλλα κράτη, θα πρέπει να το λάβουν αυτό υπόψη.

Ποτέ πριν στην εκλογική ιστορία της Βρετανίας δεν έχει σημειωθεί τέτοια ανακατάταξη. Και δεν είναι περίεργο. Η χώρα παραμένει βυθισμένη σε μια στάσιμη οικονομία, μαστίζεται από το υψηλό κόστος ζωής και ένα δυσλειτουργικό, κρατικό σύστημα υγείας, για να μην αναφερθούμε στην πολιτιστική και μεταναστευτική κρίση. Ο Άντι Μπέρναμ (Andrew Burnham), πρώην δήμαρχος του Μάντσεστερ, φαίνεται πως σύντομα θα διαδεχθεί στην πρωθυπουργία τον Κίρ Στάρμερ.

Το Εργατικό Κόμμα βρίσκεται σε πανικό. Κέρδισε συντριπτικό αριθμό εδρών στις εκλογές του 2024, αλλά τώρα είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλές. Στις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές, το Εργατικό Κόμμα υπέστη συντριπτική ήττα από το “Reform UK”.

Αφήνοντας κατά μέρος την “ξύλινη” δημόσια εικόνα του Στάρμερ και τη χρόνια αναποφασιστικότητά του, ο διάδοχός του δεν έχει προτείνει καμία εύλογη πολιτική για να αναστρέψει την πορεία μιας χώρας σε αναταραχή. Στην πραγματικότητα, ορισμένες από τις παλαιότερες δηλώσεις του Μπέρναμ για μαζική αύξηση της φορολογίας στους πλούσιους —συμπεριλαμβανομένου ενός φόρου περιουσίας— και για επανένταξη στην αρτηριοσκληρωτική και γεμάτη κανονισμούς ΕΕ, ακούγονται σαν δηλώσεις του σοσιαλιστή γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς. Τουλάχιστον, ο Μπέρναμ παρουσιάζει πλέον με πιο ήπιο τρόπο την ιδέα της ΕΕ.

Ο Μπέρναμ είναι αποδεδειγμένα ένας κοινωνικός άνθρωπος που ξέρει να συνομιλεί και να γοητεύει τους άλλους. Ωστόσο, δεν έχει παρουσιάσει καμία ουσιαστική ιδέα που θα μπορούσε πραγματικά να μετατρέψει τη Μεγάλη Βρετανία στην οικονομική κινητήρια δύναμη που ήταν κάποτε, χάρη στις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις της Μάργκαρετ Θάτσερ. Το 1979, όταν η Θάτσερ ανέλαβε την εξουσία, η Βρετανία χαρακτηριζόταν, δικαίως, ως ο “οικονομικά μεγάλος ασθενής” της Ευρώπης. Μέχρι τη στιγμή που αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το κορυφαίο αξίωμα του κόμματός της, των Συντηρητικών, η χώρα είχε μετατραπεί στη πιο δυναμική μεγάλη οικονομία της ΕΕ. Περιορίσε την καταστροφική δύναμη των συνδικάτων, μείωσε δραστικά τους φορολογικούς συντελεστές —ο υψηλότερος φορολογικός συντελεστής μειώθηκε από το 98% στο 40%—, επέστρεψε τις βιομηχανίες στον ιδιωτικό τομέα, που είχαν εθνικοποιηθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ιδιωτικοποίησε μεγάλες εκτάσεις δημόσιων κατοικιών. Εκατομμύρια άνθρωποι που ζούσαν σε κρατικά διαμερίσματα μπόρεσαν να αγοράσουν τις κατοικίες τους σε μειωμένες τιμές με ελκυστικά στεγαστικά δάνεια. Η Θάτσερ ήταν σφοδρή επικρίτρια αυτού που έγινε αργότερα η ΕΕ.

Όμως, από την εποχή της Θάτσερ, η Βρετανία έχει περιπέσει σε μια κατάσταση που, στην ουσία, δεν διαφέρει πολύ από εκείνη στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν αναγκάστηκε να στραφεί στο ΔΝΤ για ένα πακέτο έκτακτης διάσωσης. Έχει εθιστεί στην αύξηση της φορολογίας και στη συσσώρευση χρέους. Ένα τεράστιο λάθος ήταν η αδιάκριτη στροφή προς τις πολύ δαπανηρές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες αύξησαν απότομα και άσκοπα το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Εξίσου ανόητα, η Βρετανία έχει παρεμποδίσει την παραγωγή πετρελαίου στη Βόρεια Θάλασσα και έχει αρνηθεί να υιοθετήσει τη μέθοδο της υδραυλικής ρωγμάτωσης (fracking). Ας θυμηθούμε ότι η υδραυλική ρωγμάτωση άλλαξε το status των ΗΠΑ από τεράστιο εισαγωγέα πετρελαίου σε κορυφαίο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έκανε σχεδόν τίποτα για να αναχαιτίσει τα μαζικά κύματα μετανάστευσης. Στο όνομα της πολιτισμικής πολυμορφίας, έκλεισε τα μάτια μπροστά στις επιθέσεις εναντίον γυναικών από συμμορίες μεταναστών. Ο Μπέρναμ δεν δείχνει καμία διάθεση να κάνει ό,τι πραγματικά χρειάζεται για να αλλάξει την πορεία της χώρας του.

Οι ορθές, φιλελεύθερες αρχές και τα αντίστοιχα πολιτικά προγράμματα προγράμματα κάνουν θαύματα όσον αφορά την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και στο άνοιγμα ευκαιριών για την ευημερία και την πρόοδο των πολιτών.

Στις ΗΠΑ, οι Ρεπουμπλικανοί δείχνουν να χάνουν αυτή την αλήθεια, καθώς ορισμένες εξέχουσες προσωπικότητες του κόμματος υιοθετούν παρωχημένες συνταγές υπέρ των μεγάλων συνδικάτων. Επίσης, περιφρονούν το είδος των φορολογικών μειώσεων που θέσπισε ο Ρόναλντ Ρέιγκαν τη δεκαετία του 1980, οι οποίες ανέτρεψαν την παρακμή που βιώσαμε τη δεκαετία του 1970. Ένας γρήγορος τρόπος για να διαλυθούν τέτοιες τάσεις παρακμής θα ήταν η κυβέρνηση Τραμπ να αναπροσαρμόσει τα κεφαλαιακά κέρδη σύμφωνα με τον πληθωρισμό —ιδίως στον τομέα της στέγασης— και να προωθήσει ένα νέο, δυναμικό κύκλο μειώσεων των φορολογικών συντελεστών για φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις

Forbes