Του Ken Silverstein

Στις 14 Ιουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον νέο πρωθυπουργό του Ιράκ, Αλί αλ-Ζαΐντι, στο Οβάλ Γραφείο, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους ότι οι δύο άνδρες είχαν “εξαιρετική χημεία”. Δύο ημέρες αργότερα, στο Χιούστον, ο Ιρακινός πρωθυπουργός συναντούσε στελέχη των Halliburton, Shell, Baker Hughes, Weatherford και GE Vernova.

Μέχρι να επιστρέψει στη Βαγδάτη, η κυβέρνησή του είχε υπογράψει 48 συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες και είχε ανακοινώσει σχέδιο άμεσων ξένων επενδύσεων που θα μπορούσε να φτάσει τα 100 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία — ένα πακέτο ικανό να αναδιαμορφώσει τον ενεργειακό τομέα του Ιράκ για δεκαετίες.

Πίσω όμως από τις εντυπωσιακές ανακοινώσεις κρύβεται το πραγματικό ερώτημα: μπορεί το Ιράκ να ενισχύσει τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς να διαρρήξει τους δεσμούς του με το Ιράν και την Κίνα, δύο χώρες από τις οποίες εξακολουθεί να εξαρτάται στρατηγικά;

Αυτό ακριβώς το ερώτημα έθεσα στον Αχμέτ Αλ-Γουίντι, αντιπρόεδρο του Ιδρύματος “Γκάνταν” για τη Διαχείριση Κινδύνων και εκτελεστικό διευθυντή του Διεθνούς Ενεργειακού Φόρουμ της Βαγδάτης, κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην εκπομπή Cross Lines του Al-Ahad TV, της οποίας είμαι συμπαρουσιαστής με τον Μπαϊράκ Φαϊσάλ Γκάζι.

Η συζήτηση μόνο θεωρητική δεν ήταν.

Ο Αλί αλ-Ζαΐντι ανέλαβε την πρωθυπουργία εν μέρει χάρη στην υποστήριξη της Ουάσιγκτον, η οποία δεν επιθυμούσε την επιστροφή του Νούρι αλ-Μαλίκι, τον οποίο θεωρούσε υπερβολικά προσκείμενο στην Τεχεράνη. Παρότι το ισχυρότερο κοινοβουλευτικό μπλοκ είχε ταχθεί αρχικά υπέρ του αλ-Μαλίκι, τελικά προκρίθηκε ο αλ-Ζαΐντι, ένας επιχειρηματίας χωρίς προηγούμενη πολιτική διαδρομή, ως υποψήφιος “συμβιβασμού”.

Όταν έφτασε στην Ουάσιγκτον, είχε ήδη δεσμευθεί να αφοπλίσει τις φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές έως τις 30 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία κατά την οποία προβλέπεται να ολοκληρωθεί η αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από τη χώρα.

Ο Αλ-Γουίντι περιγράφει με σαφήνεια τη νέα αμερικανική στρατηγική.

“Σύμφωνα με τη νέα προσέγγιση των Ηνωμένων Πολιτειών για την εθνική ασφάλεια”, μου είπε, “τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία και συμφέροντα στο εξωτερικό θεωρούνται πλέον αναπόσπαστο μέρος της εθνικής ασφάλειας. Για το Ιράκ, η ενίσχυση της αμερικανικής επιχειρηματικής παρουσίας σημαίνει ότι η Ουάσιγκτον αποκτά ακόμη μεγαλύτερο συμφέρον στη διατήρηση της σταθερότητας της χώρας”.

Με άλλα λόγια, η πρόταση των ΗΠΑ προς τη Βαγδάτη είναι σαφής: ανοίξτε την αγορά σας σε αμερικανικούς ενεργειακούς κολοσσούς όπως η Chevron και η ExxonMobil και η αμερικανική παρουσία θα λειτουργήσει ως παράγοντας προστασίας. Το τίμημα, ωστόσο, είναι προφανές. Όσο αυξάνεται το αμερικανικό αποτύπωμα, τόσο μεγαλύτερη επιρροή αποκτά η Ουάσιγκτον στις αποφάσεις για το ποιοι άλλοι θα δραστηριοποιούνται στο Ιράκ και με ποιους όρους.

Το ερώτημα είναι αν αυτή η ανταλλαγή συμφέρει πραγματικά τη Βαγδάτη.

Η σχέση του Ιράκ με το Ιράν είναι πολύ βαθύτερη από όσο συχνά παρουσιάζεται. Παρότι οι δύο χώρες πολέμησαν επί οκτώ χρόνια τη δεκαετία του 1980, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και στις δύο πλευρές, η αμερικανική εισβολή του 2003 άλλαξε ριζικά τις ισορροπίες.

Οι σιιτικές κυβερνήσεις που ακολούθησαν οικοδόμησαν στενούς πολιτικούς, θρησκευτικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη. Σήμερα, σημαντικό μέρος του ιρακινού ηλεκτρικού συστήματος εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγωγές ιρανικής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε επιτρέψει στο Ιράκ να συνεχίσει αυτές τις εισαγωγές μέσω ειδικών εξαιρέσεων από τις κυρώσεις. Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ, όμως, άφησε την εξαίρεση για την ηλεκτρική ενέργεια να λήξει τον Μάρτιο του 2025, στο πλαίσιο της πολιτικής “μέγιστης πίεσης” κατά του Ιράν.

Το υπουργείο Ηλεκτρισμού του Ιράκ προειδοποίησε ότι, αν καταργηθεί και η εξαίρεση για το φυσικό αέριο, η χώρα κινδυνεύει να χάσει περίπου το 30% της ηλεκτροπαραγωγής της.

Εξίσου καθοριστικός είναι και ο ρόλος της Κίνας.

Σύμφωνα με το ολλανδικό ινστιτούτο Clingendael, περίπου το μισό έως τα δύο τρίτα της ιρακινής παραγωγής πετρελαίου προέρχεται πλέον από κοιτάσματα στα οποία κινεζικές κρατικές εταιρείες συμμετέχουν ως επενδυτές, διαχειριστές ή ανάδοχοι εκμετάλλευσης.

Το πετρέλαιο παραμένει ιδιοκτησία του Ιράκ, όμως η ανάπτυξη και λειτουργία πολλών κοιτασμάτων πραγματοποιείται από κινεζικούς ομίλους. Παράλληλα, η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο μεμονωμένο αγοραστή ιρακινού αργού, έστω και αν οι μηνιαίες εισαγωγές παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις.

Η εξάρτηση αυτή αποδείχθηκε φέτος ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Όταν, στις 28 Φεβρουαρίου 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιτέθηκαν στο Ιράν και η Τεχεράνη απάντησε κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ, το Ιράκ βρέθηκε εγκλωβισμένο.

Σε αντίθεση με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που διαθέτουν αγωγούς παρακάμπτοντας τα Στενά, η Βαγδάτη είδε τις εξαγωγές πετρελαίου της να καταρρέουν από περίπου 4,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε μόλις 1,4 εκατ. τον Μάιο.

Το Ιράκ πλήρωσε το κόστος μιας σύγκρουσης στην οποία δεν ήταν πρωταγωνιστής.

Έτσι, η Βαγδάτη δεν καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε αφηρημένες γεωπολιτικές έννοιες.

Διατηρεί μια βαθιά σχέση με το Ιράν, που διαπερνά το ενεργειακό της σύστημα, το πολιτικό της σκηνικό και τις ένοπλες παρατάξεις της. Ταυτόχρονα, η Κίνα έχει εδραιωμένη παρουσία στον πυρήνα της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των εξαγωγών της χώρας.

Πάνω σε αυτές τις δύο σχέσεις επιχειρεί τώρα να οικοδομήσει και μια νέα, πολύ πιο φιλόδοξη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες — μια συνεργασία που η ίδια η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας και όχι απλώς οικονομικής συνεργασίας.

Ο Αλ-Γουίντι θεωρεί ότι το Ιράκ δεν είναι υποχρεωμένο να διαλέξει στρατόπεδο.

“Οι κινεζικές εταιρείες συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση της ιρακινής παραγωγής σε δύσκολες περιόδους και δεν πρέπει να παραμεριστούν μόνο και μόνο επειδή η Βαγδάτη επιδιώκει μεγαλύτερη δυτική συμμετοχή”, υποστηρίζει.

Κατά την άποψή του, η θέση του Ιράκ αποτελεί πλεονέκτημα και όχι αδυναμία.

“Η Κίνα χρησιμοποιεί πολιτική, οικονομική και κοινωνική επιρροή για να προστατεύει τα συμφέροντά της”, σημειώνει. “Ταυτόχρονα, το Ιράκ επιδιώκει μεγαλύτερη παρουσία αμερικανικών και άλλων δυτικών εταιρειών. Αυτό αναπόφευκτα θα δημιουργήσει ανταγωνισμό και αντιδράσεις από τα ήδη εγκατεστημένα κινεζικά συμφέροντα”.

Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, είναι ποιος αποφασίζει τελικά.

Η περίπτωση του Νούρι αλ-Μαλίκι δείχνει ότι η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στις ενεργειακές συμβάσεις. Η Ουάσιγκτον δεν περίμενε απλώς το αποτέλεσμα των πολιτικών διεργασιών στο Ιράκ. Παρενέβη ενεργά, επηρεάζοντας ισορροπίες, πολιτικές συμμαχίες και την ίδια την επιλογή του πρωθυπουργού.

Υπό αυτή την έννοια, οι συμφωνίες που υπεγράφησαν στην Ουάσιγκτον και το Χιούστον μοιάζουν να αποτελούν την ανταμοιβή για μια σταδιακή επαναπροσέγγιση της Βαγδάτης με τη Δύση — μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει πριν ακόμη ο Αλ-Ζαΐντι προσγειωθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρά ταύτα, ο Αλ-Γουίντι επιμένει ότι η ενίσχυση των σχέσεων με τις ΗΠΑ αποτελεί ευρύτερη εθνική επιλογή.

“Η ανάπτυξη των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες θεωρείται ευρέως εθνικό συμφέρον”, μου είπε, επισημαίνοντας ότι αυτή η θέση υποστηρίζεται από σιιτικά, σουνιτικά και κουρδικά πολιτικά μπλοκ.

Πρόκειται, όπως λέει, για μια διακομματική συναίνεση που υπερβαίνει τις εξωτερικές πιέσεις, ακόμη κι αν η Ουάσιγκτον συνέβαλε στη διαμόρφωση των σημερινών συσχετισμών.

Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι η ισχυρή κινεζική παρουσία στα ιρακινά κοιτάσματα δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο. Εδραιώθηκε την περίοδο κατά την οποία πολλές μεγάλες δυτικές εταιρείες είχαν αποχωρήσει από τη χώρα.

Η πραγματική δοκιμασία για το Ιράκ δεν είναι αν θα ανακοινώσει επίσημα ότι επιλέγει στρατόπεδο. Η δοκιμασία είναι αν θα καταφέρει να διατηρήσει την ισορροπία του.

Το επόμενο διάστημα θα φανεί αν οι φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές θα αφοπλιστούν έως τις 30 Σεπτεμβρίου, αν θα βρεθεί λύση για τις εξαιρέσεις στις εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου από το Ιράν και αν οι κινεζικές συμβάσεις στον πετρελαϊκό τομέα θα αναθεωρηθούν ή θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν με τις νέες αμερικανικές επενδύσεις.

Ο Αλ-Γουίντι εξακολουθεί να πιστεύει ότι η ισορροπία είναι εφικτή.

“Το στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράκ βρίσκεται στην προσεκτική ουδετερότητα”, τονίζει. “Μια ξεκάθαρη επιλογή στρατοπέδου θα δημιουργούσε εμπόδια και θα δυσχέραινε την κυβέρνηση να υλοποιήσει τις οικονομικές της δεσμεύσεις”.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της Βαγδάτης: να παραμείνει πολύτιμος εταίρος ταυτόχρονα για την Ουάσιγκτον, την Τεχεράνη και το Πεκίνο, αντί να μετατραπεί σε προνομιακό σύμμαχο μόνο της μίας πλευράς.

Το ερώτημα είναι αν οι μεγάλες δυνάμεις θα της επιτρέψουν να συνεχίσει αυτή την ισορροπία ή αν, αργά ή γρήγορα, θα απαιτήσουν μια οριστική επιλογή.

Forbes