Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ σταδιακή ανάκαμψη των κινεζικών εισαγωγών πετρελαίου δημιουργεί κίνδυνο νέων πιέσεων στις διεθνείς τιμές, καθώς περιορίζεται η ανακούφιση που πρόσφερε στην αγορά η αξιοποίηση των αποθεμάτων της χώρας μετά το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, σύμφωνα με οικονομολόγους.
Η Κίνα, ο μεγαλύτερος αγοραστής πετρελαίου παγκοσμίως, μείωσε δραστικά τις εισαγωγές της μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή στα τέλη Φεβρουαρίου. Αντλώντας από τα αποθέματα που είχε συγκεντρώσει επί χρόνια, περιόρισε τις πιέσεις στις τιμές και προστάτευσε την εγχώρια οικονομία από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
«Η Κίνα κατά κάποιον τρόπο έσωσε την κατάσταση», δήλωσε ο Πολ Γκρούενβαλντ, οικονομολόγος της S&P Global Ratings, σε συνέδριο στη Σιγκαπούρη την Πέμπτη. Όπως ανέφερε, βοήθησε τον κόσμο να αποφύγει το «σενάριο της καταστροφής», όταν το κλείσιμο του Ορμούζ περιόρισε περίπου το 20% του παγκόσμιου ενεργειακού εφοδιασμού.
Η ανάκαμψη των εισαγωγών και ο κίνδυνος για την ανάπτυξη
Οι κινεζικές εισαγωγές αργού αυξήθηκαν σε μηνιαία βάση κατά 22% τον Ιούλιο και 6,2% τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα επίσημα εμπορικά στοιχεία. Παραμένουν, ωστόσο, σημαντικά χαμηλότερες από τα επίπεδα του προηγούμενου έτους.
Ενδεχόμενη επιστροφή τους στους προπολεμικούς ρυθμούς θα αύξανε αισθητά την επιβάρυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης από τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου, προειδοποίησε ο Κρίσνα Σρινιβασάν, διευθυντής του Τμήματος Ασίας και Ειρηνικού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η επίπτωση, όπως είπε, θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από ό,τι υπολογίζεται σήμερα.
Το Brent είχε υποχωρήσει κοντά στα 80 δολάρια το βαρέλι, προτού ανακάμψει τις τελευταίες ημέρες και ξεπεράσει τα 100 δολάρια την Τετάρτη, λόγω της αναζωπύρωσης των εχθροπραξιών μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ στον Κόλπο.
Στην αρχή της σύγκρουσης, αναλυτές προέβλεπαν άνοδο ακόμη και στα 150–200 δολάρια το βαρέλι, εξαιτίας της απότομης διακοπής της προσφοράς.
«Όχι μόνο εκτιμήσαμε λανθασμένα το μέγεθος, αλλά μερικές φορές εκτιμήσαμε λανθασμένα και την κατεύθυνση», παραδέχθηκε ο Γκρούενβαλντ, χαρακτηρίζοντας πάντως το επίπεδο των 100 δολαρίων «ανεκτό» για την παγκόσμια οικονομία.
Το απόθεμα ασφαλείας του Πεκίνου
Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), η Κίνα διαθέτει 1,4 δισ. βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων αργού. Για τις ΗΠΑ, τα στοιχεία του Δεκεμβρίου 2025 τοποθετούν τα αποθέματα στα 825 εκατ. βαρέλια, περιλαμβανομένων των εμπορικών.
Οι κινεζικές εισαγωγές αργού υποχώρησαν κάτω από τα 8 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Μάιο και τον Ιούνιο, σύμφωνα με την EIA.
Ο Κάι Γκουό, εκτελεστικός πρόεδρος και ανώτερος ερευνητής του Ινστιτούτου CF40, ανέφερε ότι το Πεκίνο είχε προετοιμαστεί για μια τέτοια διαταραχή. Όπως εξήγησε, τα εφεδρικά αποθέματα του επέτρεψαν να περιορίσει την κατανάλωση πετρελαίου χωρίς να διαταραχθεί η οικονομική δραστηριότητα.
Κατά την εκτίμησή του, η κρίση δικαιώνει τις πολυετείς κρατικές επενδύσεις στη δημιουργία αποθεμάτων και στην καθαρή ενέργεια, ως προετοιμασία για ενδεχόμενη μεγάλη διαταραχή του παγκόσμιου εφοδιασμού.
Ο ρόλος του άνθρακα και οι προβλέψεις έως το 2027
Η Νταν Γουάνγκ, διευθύντρια της Eurasia Group για την Κίνα, δήλωσε ότι τα εθνικά αποθέματα αργού αντιστοιχούν σε περίπου τέσσερις μήνες κατανάλωσης. Πρόσθεσε ότι ενεργειακός νόμος που θεσπίστηκε πέρυσι υποχρεώνει τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να διατηρούν πρόσθετα αποθέματα πέραν των συνήθων εμπορικών.
«Η οικονομία είναι ουσιαστικά προστατευμένη από αυτή την πετρελαϊκή κρίση», υποστήριξε.
Σύμφωνα με την ίδια, ο άνθρακας καλύπτει περίπου το 53% του ενεργειακού μείγματος της Κίνας και λειτούργησε ως μηχανισμός απορρόφησης των πιέσεων, επιτρέποντας την υποκατάσταση μέρους της χρήσης πετρελαίου όταν οι τιμές αυξήθηκαν απότομα.
Η Γουάνγκ αναγνώρισε ότι το κινεζικό μοντέλο συνεπάγεται σπατάλη επενδύσεων και δεν θα λειτουργούσε εξίσου αποτελεσματικά σε μια οικονομία υπό κανονικές συνθήκες. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι αποδίδει σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας.
Η ίδια προβλέπει ότι η αντιπαράθεση στον Κόλπο θα διαρκέσει τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο, με το πετρέλαιο να κινείται μεταξύ 85 και 100 δολαρίων το βαρέλι έως το 2027.
Από την πλευρά του, ο οικονομολόγος της Goldman Sachs Ντάαν Στράιβεν προειδοποίησε σε πρόσφατη έκθεση ότι οι τιμές θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι, καθώς ο πόλεμος, που βρίσκεται στον έβδομο μήνα, εξακολουθεί να διαταράσσει τις θαλάσσιες μεταφορές.
Πηγή: Capital.gr