Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στα υψηλότερα επίπεδα από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση έφτασε την περασμένη εβδομάδα το κόστος δανεισμού των μεγαλύτερων οικονομιών, με την απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου να ξεπερνά το 5%. Η άνοδος των τιμών ενέργειας, οι αυξήσεις επιτοκίων και οι διογκωμένες ανάγκες κρατικού δανεισμού εντείνουν τις πιέσεις στους προϋπολογισμούς, δημιουργώντας παράλληλα κινδύνους για επιχειρήσεις και χρηματιστήρια.

Η μέση απόδοση των 10ετών κρατικών ομολόγων της G7 έφτασε το 4,285%, στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2008. Πρόκειται για άνοδο κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.

Παρότι οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων περιορίστηκαν προς το τέλος της εβδομάδας, οι αποδόσεις παρέμειναν υψηλές σε Ευρώπη, Ασία και ΗΠΑ. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις καλούνται να εξυπηρετήσουν υψηλά χρέη και να καλύψουν πρόσθετες δαπάνες.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, απέδωσε την άνοδο των αποδόσεων σε «παγκόσμια ζητήματα», χωρίς να προσδιορίσει περαιτέρω τις αιτίες.

Πετρέλαιο και επιτόκια εντείνουν τις πιέσεις

Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή επανέφερε την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και τις προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική.

Η Fed αύξησε τα επιτόκιά της για πρώτη φορά από το 2023, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε δεύτερη αύξηση. Οι αγορές προεξοφλούν ότι θα ακολουθήσουν και άλλες αυξήσεις από την ΕΚΤ τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με την Allianz Research, το πρόσφατο κύμα πωλήσεων στα ομόλογα προκύπτει από συνδυασμό παραγόντων. Εκτός από τις γεωπολιτικές εντάσεις και το ενεργειακό κόστος, η αυξημένη έκδοση εταιρικών ομολόγων για επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη ανταγωνίζεται τους κρατικούς τίτλους για τα διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια.

Η Allianz επισημαίνει επίσης τις αποσπασματικές προσπάθειες του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να περιορίσει τις πιέσεις εν μέσω υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος, τη στροφή των κεντρικών τραπεζών προς αυξήσεις επιτοκίων και την πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη ενόψει του πυκνού εκλογικού ημερολογίου του 2027. Στους επιβαρυντικούς παράγοντες περιλαμβάνει και την καθυστερημένη, επιθετική στροφή της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Υψηλές αποδόσεις σε ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία

Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου άγγιξε το 5,041%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, πριν υποχωρήσει κοντά στο 5%. Επειδή αποτελεί βασικό σημείο αναφοράς για τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, η άνοδός της επηρεάζει το κόστος δανεισμού κρατών και επιχειρήσεων παγκοσμίως.

Ανάλογες πιέσεις καταγράφηκαν και σε άλλες μεγάλες οικονομίες:

  • Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 3%, φτάνοντας σε υψηλό τριών δεκαετιών.
  • Στη Γερμανία, διαμορφώθηκε στο 3,55%, κοντά στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009.
  • Στη Γαλλία, κινήθηκε περίπου στο 4,5%, κοντά σε υψηλό 18ετίας.
  • Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έφτασε το 5,45%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007.

Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ επιχείρησε τις τελευταίες εβδομάδες να συγκρατήσει τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Οι κινήσεις περιλάμβαναν κοινή παρέμβαση για την αγορά γεν, ώστε να αποτραπεί η πώληση αμερικανικών ομολόγων από την Ιαπωνία για τον ίδιο σκοπό, καθώς και αύξηση του όγκου των τίτλων που θα επαναγοράσει το αμερικανικό Δημόσιο.

Η ANZ αποδίδει μέρος των πωλήσεων της περασμένης εβδομάδας και στη μεταβολή των προσδοκιών για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια των ΗΠΑ.

Το αυξημένο κόστος τόκων πιέζει τους προϋπολογισμούς

Το ακριβότερο χρήμα επιβαρύνει κυβερνήσεις που έχουν ήδη αυξήσει τον δανεισμό τους για την αντιμετώπιση της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού και οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες δημιουργούν πρόσθετες απαιτήσεις χρηματοδότησης.

Σύμφωνα με την ING, οι αυξανόμενες πληρωμές τόκων θα αναγκάσουν τις κυβερνήσεις να λάβουν δυσκολότερες πολιτικές αποφάσεις, περιορίζοντας άλλες δαπάνες. Όπως αναφέρει, οι πληρωμές τόκων προσεγγίζουν το 5% του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, έναντι 4% στην Ιταλία, 3,5% στο Ηνωμένο Βασίλειο και περίπου 1,5% στη Γερμανία.

Η Lombard Odier υπογραμμίζει ότι η δυνατότητα διαχείρισης των υψηλών αποδόσεων εξαρτάται από την ανάπτυξη. «Οι αποδόσεις ομολόγων στο 5% δεν αποτελούν πρόβλημα, εάν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι 6,5%. Ωστόσο, αν η ανάπτυξη είναι πολύ χαμηλότερη, τότε υπάρχει πρόβλημα», σημειώνει.

Η αμερικανική οικονομία ενδέχεται να διαθέτει την ανθεκτικότητα για να υποστηρίξει κόστος δεκαετούς δανεισμού άνω του 5%, αλλά άλλες οικονομίες δεν βρίσκονται στην ίδια θέση.

Οι προειδοποιήσεις Moody’s και Fitch

Η Moody’s επισημαίνει ότι οι υψηλότερες αποδόσεις αντανακλούν αλλαγές τόσο στις προσδοκίες για τα επιτόκια των κεντρικών τραπεζών όσο και στις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό.

Ταυτόχρονα, οι αγορές καλούνται να απορροφήσουν μεγαλύτερο όγκο κρατικού χρέους, ενώ οι κεντρικές τράπεζες έχουν αποσύρει τη στήριξή τους και παραδοσιακοί αγοραστές μακροπρόθεσμων τίτλων εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να τους διακρατήσουν.

Η Fitch προειδοποιεί ότι η άνοδος των αποδόσεων εντείνει τις δημοσιονομικές προκλήσεις. Αν και η μεταφορά της αύξησης στο πραγματικό κόστος χρηματοδότησης γίνεται συνήθως σταδιακά, το υψηλό χρέος και οι αλλαγές στη σύνθεση των επενδυτών καθιστούν τις αγορές πιο ευαίσθητες στην αβεβαιότητα γύρω από τη δημοσιονομική πολιτική.

Πώς επηρεάζονται οι μετοχές

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Το υψηλότερο κόστος δανεισμού μπορεί να περιορίσει τις δαπάνες και να επιβραδύνει την ανάπτυξη, ενώ οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων μειώνουν τη σχετική ελκυστικότητα των μετοχών.

Οι παγκόσμιες χρηματιστηριακές αγορές έχουν καταγράψει ισχυρή άνοδο φέτος, με πρωταγωνίστριες εταιρείες υποδομών, εξοπλισμού και αξιοποίησης της τεχνητής νοημοσύνης. Η τάση συνοδεύτηκε από σημαντική αύξηση των επενδύσεων και του δανεισμού, αλλά και ενίσχυση της κερδοφορίας.

Η ANZ εκτιμά ότι οι υψηλότερες αποδόσεις δεν εξουδετερώνουν κατ’ ανάγκη αυτούς τους θετικούς παράγοντες. Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η συνέχιση της ανόδου τους θα προκαλέσει πρόσθετες αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Η Citigroup σημειώνει ότι η πιο περιοριστική πολιτική της Fed και άλλων μεγάλων κεντρικών τραπεζών ενισχύει τις ανησυχίες για τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων. Η ιστορική της ανάλυση, πάντως, δείχνει μια πιο σύνθετη εικόνα για τις μετοχές.

Εξετάζοντας τους κύκλους αύξησης επιτοκίων της Fed από τη δεκαετία του 1970, διαπιστώνει ότι οι παγκόσμιες μετοχές παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα γύρω από την πρώτη αύξηση, αλλά τείνουν να καταγράφουν άνοδο έξι έως δώδεκα μήνες αργότερα. Η αμερικανική αγορά συνήθως υστερεί σε απόδοση, ενώ η Ευρώπη και η Ιαπωνία υπεραποδίδουν.

Η Citi εξέτασε επίσης περιόδους κατά τις οποίες η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς αυξήθηκε κατά τουλάχιστον 50 μονάδες βάσης μέσα σε τρεις μήνες. Το συμπέρασμά της είναι ότι τέτοιες κινήσεις δεν είναι απαραίτητα αρνητικές για τις μετοχές. Η ανθεκτική ανάπτυξη και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού βοηθούν τις αγορές να απορροφήσουν το υψηλότερο κόστος χρήματος.

Η στενή σύνδεση πετρελαίου και ομολόγων

Ο Nigel Green, διευθύνων σύμβουλος του deVere Group, χαρακτηρίζει το πρόσφατο κύμα πωλήσεων προειδοποιητικό σήμα για τους επενδυτές διεθνώς. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για ταχεία ανατιμολόγηση του κινδύνου, με συνέπειες για όσους έχουν έκθεση σε μετοχές, ακίνητα και χρεόγραφα μακράς διάρκειας.

Ενδεικτική είναι η συσχέτιση ενός μήνα μεταξύ πετρελαίου και απόδοσης του αμερικανικού 10ετούς, που έφτασε το 0,96. Η ιδιαίτερα υψηλή αυτή τιμή αποτυπώνει πόσο στενά συνδέονται στην παρούσα συγκυρία το ενεργειακό κόστος και οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό.

Σύμφωνα με τον Green, η άνοδος του αργού συμπαρασύρει τις αποδόσεις των ομολόγων, μεταφέροντας την πίεση στα επιτόκια στεγαστικών δανείων, στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και στις αποτιμήσεις των μετοχών.

Ο ίδιος δίνει έμφαση στην ταχύτητα της μεταβολής. Όπως υποστηρίζει, η απότομη άνοδος των αποδόσεων προς το 5% μέσα σε λίγες συνεδριάσεις μπορεί να αναδείξει αδυναμίες σε επενδυτικές θέσεις με υψηλό δανεισμό, σε υπερτιμημένα περιουσιακά στοιχεία ή σε δανειολήπτες που βασίστηκαν στη διατήρηση της φθηνής χρηματοδότησης.

Η γεωπολιτική διάσταση των πιέσεων στο πετρέλαιο καθιστά, κατά τον ίδιο, δυσκολότερη τόσο την πρόβλεψη του πληθωριστικού σοκ όσο και την αντιμετώπισή του μέσω των δημόσιων παρεμβάσεων των κεντρικών τραπεζών. Σε αυτό το περιβάλλον, προειδοποιεί ότι πολλά χαρτοφυλάκια εξακολουθούν να στηρίζονται στην προσδοκία πτωτικών επιτοκίων και φθηνού χρήματος, η οποία εμφανίζεται πλέον λιγότερο βέβαιη.

Capital.gr