Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Την ψήφιση του γαλλικού προϋπολογισμού για το 2027 αναμένεται να ζητήσουν οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς το κόστος δανεισμού της Γαλλίας πλησιάζει το 5% και οι ανησυχίες για το χρέος της επιβαρύνουν τις ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές.

Στη σημερινή συνεδρίαση του Eurogroup στο Λουξεμβούργο, υπό την προεδρία του Κυριάκου Πιερρακάκη, το μήνυμα προς το Παρίσι αναμένεται να είναι ότι η αποκλιμάκωση των πιέσεων προϋποθέτει δημοσιονομικές αποφάσεις από τη γαλλική κυβέρνηση, σύμφωνα με ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματούχους που μίλησαν στο Reuters.

Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 80 μονάδες βάσης από τις αρχές Σεπτεμβρίου, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2002. Η άνοδος αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και δυσχεραίνει την προσπάθεια περιορισμού του ελλείμματος.

Παράλληλα, ο δείκτης Stoxx 600 Banks υποχωρεί έως 2,2% την Πέμπτη, μετά τις απώλειες 3,3% της προηγούμενης ημέρας, οδεύοντας προς τη μεγαλύτερη διήμερη πτώση του από τον Μάρτιο. Η αναταραχή απειλεί να ανακόψει την ισχυρή χρηματιστηριακή πορεία του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.

Πίεση για δημοσιονομικές αποφάσεις

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή της ΕΚΤ, ανώτερος αξιωματούχος της Ευρωζώνης απάντησε αρνητικά, υπογραμμίζοντας ότι η Γαλλία διαθέτει τα μέσα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.

«Η ενδεδειγμένη απάντηση είναι να συμφωνήσει σε έναν προϋπολογισμό. Είναι σχεδόν αυτονόητο. Ως εκ τούτου, αυτό αναμένω να είναι και το βασικό μήνυμα», δήλωσε.

Η ΕΚΤ μπορεί να αγοράζει κρατικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά όταν οι μεταβολές των τιμών τους θεωρούνται αδικαιολόγητες και απειλούν την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ωστόσο, ξεκαθάρισαν ότι η δυνατότητα αυτή δεν αφορά την τρέχουσα κατάσταση στη Γαλλία.

Δεύτερος ανώτερος αξιωματούχος τόνισε τη διάκριση μεταξύ των αρμοδιοτήτων της κεντρικής τράπεζας και των κυβερνήσεων: η ΕΚΤ είναι επιφορτισμένη με τη σταθερότητα των τιμών, ενώ η ευθύνη για τη δημοσιονομική σταθερότητα ανήκει στις εθνικές κυβερνήσεις. «Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δουλειά του», ανέφερε.

Η Γαλλία ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο ότι το φετινό δημοσιονομικό έλλειμμα θα υπερβεί τον κυβερνητικό στόχο του 5% του ΑΕΠ. Παρότι έχουν εξαγγελθεί μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, οι επενδυτές αμφισβητούν τη δυνατότητα εφαρμογής τους σε ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο και ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.

Την ίδια ώρα, το Παρίσι σχεδιάζει να αντλήσει ποσό ρεκόρ 340 δισ. ευρώ από εκδόσεις ομολόγων το 2027, για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου και την αναχρηματοδότηση χρέους που δημιουργήθηκε κατά την πανδημία.

Από την εισαγωγή του ευρώ το 1999, η Γαλλία, δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει διατηρήσει το έλλειμμά της κάτω από το ευρωπαϊκό όριο του 3% μόλις έξι φορές.

Ορισμένοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η πίεση των αγορών ενδέχεται να είναι ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να υποχρεώσει τη χώρα σε ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή.

Απώλειες στις τραπεζικές μετοχές

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι ανησυχίες για το γαλλικό έλλειμμα και το πολιτικό αδιέξοδο έχουν επιβαρύνει συνολικά τις ευρωπαϊκές αγορές. Το επιπλέον επιτόκιο που απαιτούν οι επενδυτές για να διακρατούν γαλλικά κρατικά ομόλογα έναντι των γερμανικών Bund έφθασε την περασμένη εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011.

Στο χρηματιστήριο, η μετοχή της Société Générale έχει υποχωρήσει 26% από το υψηλό του Αυγούστου, ενώ η Deutsche Bank χάνει 18% από το υψηλό του Σεπτεμβρίου.

«Συνήθως, οι τράπεζες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή κάθε φορά που γίνεται λόγος για συστημικό κίνδυνο», δήλωσε στο Bloomberg ο Ζερόμ Λεγκρά, επικεφαλής έρευνας στην Axiom Alternative Investments.

Ο ίδιος απέδωσε το μεγαλύτερο μέρος της μεταβλητότητας στη μακροοικονομική αβεβαιότητα, ιδίως στις προοπτικές ανάπτυξης, στις αποδόσεις των ομολόγων και στην επόμενη κίνηση της ΕΚΤ. Επισήμανε επίσης ότι η διόρθωση ακολουθεί μια περίοδο εξαιρετικά ισχυρών επιδόσεων για τις τραπεζικές μετοχές.

Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ διαβεβαίωσε ότι εξακολουθεί να υπάρχει ζήτηση για τα κρατικά ομόλογα της χώρας. Το υπουργείο Οικονομικών έχει επίσης διαμηνύσει ότι η στρατηγική εκδόσεων χρέους παραμένει αμετάβλητη.

Οι επενδυτές παρακολουθούν το ενδεχόμενο μετάδοσης της αναταραχής στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές, σύμφωνα με τον Αλεξάντρ Μπαραντέζ, επικεφαλής αναλυτή αγορών της IG στο Παρίσι.

Ο ίδιος χαρακτήρισε εν μέρει καθησυχαστικό το γεγονός ότι το κόστος ασφάλισης έναντι χρεοκοπίας των γαλλικών τραπεζών παραμένει χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Γαλλίας, εκτιμώντας ότι αντανακλά την ισχυρότερη κεφαλαιακή τους βάση σε σύγκριση με πριν από 15 χρόνια.

Κατά τον Μπαραντέζ, η εικόνα διαφέρει από την κρίση κρατικού χρέους της Ευρωζώνης, όταν οι διασώσεις τραπεζών είχαν δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο μεταξύ τραπεζικού και δημόσιου χρέους.

Οι πρόσφατες πωλήσεις έχουν περιορίσει τα κέρδη του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου από τις αρχές του έτους στο 12%, περίπου στο μισό των επιπέδων του Σεπτεμβρίου.

Η έντονη διόρθωση έχει φέρει τον δείκτη σχετικής ισχύος 14 ημερών του Stoxx 600 Banks κοντά στα επίπεδα που θεωρούνται ενδεικτικά υπερπουλημένης αγοράς. Οι πιέσεις εκδηλώνονται έπειτα από δύο χρόνια κατά τα οποία οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονταν στην κορυφή των χρηματιστηριακών επιδόσεων.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η αύξηση του γαλλικού κόστους δανεισμού μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ευρύτερης κρίσης. Προς το παρόν, πάντως, δεν διαπιστώνουν ενδείξεις μετάδοσης των πιέσεων στα κρατικά ομόλογα άλλων χωρών της Ευρωζώνης.

Capital.gr