Νέους πονοκεφάλους προκαλεί η χθεσινή (9η κατά σειρά, μέσα σε ένα χρόνο) αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25% από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), ανεβάζοντάς τα στο 4,25%.

Το μόνο παρήγορο για τους δανειολήπτες είναι τα μέτρα που ανακοίνωσαν ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα για τους συνεπείς πελάτες τους, αλλά μόνο όσους εξ αυτών έχουν στεγαστικά δάνεια.

Από τις αυξήσεις των επιτοκίων που αποφασίζει κατά συρροήν το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ (η πρώτη ανακοινώθηκε τον Ιούλιο του 2022), με δηλωμένο στόχο να περιορίσει τον πληθωρισμό στο 2% (στην Ευρωζώνη παραμένει περίπου στο 5,5%), κάποιοι δανειολήπτες αντέχουν και ανταποκρίνονται, αλλά κάποιοι άλλοι αναμένεται να πληρώσουν για ακόμη μια φορά το τίμημα της σφιχτής νομισματικής πολιτικής, που συνοδεύεται και από έμμεση μείωση εισοδημάτων.

Από τη νέα αύξηση επιτοκίων, η οποία ήταν αναμενόμενη από την αγορά, ίσως προστατευθούν μερικώς όσοι δανειολήπτες πληρούν τα κριτήρια να μπουν στα προγράμματα που ενεργοποίησαν ορισμένες τράπεζες. Τα σχέδια που ανακοινώθηκαν βάζουν στον πάγο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το επιτόκιο των ενήμερων στεγαστικών δανείων, ως ανταμοιβή για τους συνεπείς δανειολήπτες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Θερμές μέρες και για τις κυπριακές τράπεζες

Μια δεύτερη λύση που προσφέρεται σε κατόχους στεγαστικών δανείων είναι να επιλέξουν να κλειδώσουν σταθερό επιτόκιο για 3, 5 ή 10 χρόνια, το οποίο είναι μεν ψηλότερο αλλά επιτρέπει προστασία από αυξήσεις που δυνατό να αποφασίσει και στο μέλλον το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τις αυξήσεις των επιτοκίων δεν μπορούν να προστατευθούν όσοι δανειολήπτες έχουν καταναλωτικό δάνειο που είναι συνδεδεμένο με το επιτόκιο της ΕΚΤ, επαγγελματικά δάνεια που έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο ή συνδεδεμένο με το Euribor και όσοι έχουν κόκκινα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.

Δεν θα σταματήσουν ούτε εδώ

Τα νέα για τους πελάτες τραπεζών που δεν μπορούν να επωφεληθούν από τα προγράμματα που έχουν ανακοινώσει τα πιστωτικά ιδρύματα είναι ανησυχητικά. Δεν είναι μόνο η χθεσινή νέα αύξηση 0,25% που ανακοίνωσε η ΕΚΤ, καθώς αναμένεται να γίνει και μια ανάλογη κίνηση στις 14 Σεπτεμβρίου, στη διάρκεια συνεδρίας του συμβουλίου της τράπεζας. Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης θα πάει στο 4,5%.

Η ανακοίνωση της ΕΚΤ μετά τη χθεσινή συνεδρία αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να υπάρξουν και άλλες αυξήσεις επιτοκίων, αφού σημειώνεται ότι η όποια επόμενη κίνηση θα εξαρτηθεί από τα νεότερα στοιχεία και κυρίως από την πορεία του πληθωρισμού και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Η προσέγγιση είναι πιο ισορροπημένη σε σχέση με τις προηγούμενες συνεδριάσεις, όταν ήταν πιο εμφανής η πρόθεση περαιτέρω αύξησης των επιτοκίων.

Από τη μία σημειώνει ότι οι εξελίξεις στηρίζουν την προσδοκία ότι ο πληθωρισμός θα μειωθεί περαιτέρω τους επόμενους μήνες του έτους, ενώ από την άλλη καταγράφει ότι ο υποκείμενος (δομικός) πληθωρισμός παραμένει υψηλός.

Για τις μελλοντικές αποφάσεις, η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ επεσήμανε ότι θα διασφαλίσουν πως τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα καθοριστούν σε επαρκώς περιοριστικά επίπεδα για όσο διάστημα είναι απαραίτητο για να επιτευχθεί έγκαιρη επιστροφή του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Κεφάλαια στην άκρη από τις τράπεζες για ώρα δύσκολη

Αντί 2% στο 5,5% σήμερα

«Θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε μια προσέγγιση που εξαρτάται από τα δεδομένα, για τον καθορισμό του κατάλληλου επιπέδου και της διάρκειας του περιορισμού. Οι αποφάσεις μας για τα επιτόκια θα συνεχίσουν να βασίζονται στην εκτίμησή μας για τις προοπτικές για τον πληθωρισμό, υπό το φως των εισερχόμενων δεδομένων, της δυναμικής του υποκείμενου πληθωρισμού και της ισχύος της μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής», ανέφερε χθες η κ. Λαγκάρντ.

Σημαντική είναι και η αναφορά της ότι οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν γίνει ξανά πιο αυστηρές και επιδρούν ολοένα και περισσότερο ανασταλτικά στη ζήτηση, κάτι που αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την επαναφορά του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Πάντως, σε επίπεδο Ευρωζώνης ο ετήσιος πληθωρισμός ανήλθε στο 5,5% τον Ιούνιο του 2023, από 6,1% τον Μάιο.