Παίρνουν σύνταξη οι Κύπριοι αλλά τρεις στους δέκα συνεχίζουν να εργάζονται, σε ποσοστό 29,6% για την ηλιακή ομάδα από 50 ως 74 έτη, ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, που είναι «μόλις» στο 10,3%.

Ο λόγος είναι η οικονομική αναγκαιότητα (financially necessary) για τους Κύπριους, με ποσοστό 68,6%, το ψηλότερο της Ευρώπης και μόνο 19,1% το κάνει επειδή του αρέσει να απασχολείται και μετά τη σύνταξη (Enjoy working/ being productive). Ο μέσος όρος στην Ευρώπη για το 2023 είναι 28,6% και 30,3% αντίστοιχα.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε χθες η Eurostat αποκαλύπτουν ότι η Εσθονία είχε το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης και το μεγαλύτερο μερίδιο των ατόμων που απασχολούνται και λαμβάνουν σύνταξη γήρατος και στις δύο ηλικιακές ομάδες (50-74 έτη και 60-74 έτη).

To ποσοστό απασχόλησης για όσους παίρνουν σύνταξη μεταξύ 50 και 74 τών είναι υψηλό για Εσθονία 54,9%, Λετονία 44,2%, Λιθουανία 43,7%, Σουηδία 41,7%, Κύπρος 29,6%, Τσεχία 27,5%, Φιλανδία 28,6%, Ιρλανδία 26,3%, Σλοβακία 24,7%.

Χαμηλό ποσοστό ατόμων που παίρνουν σύνταξη και συνεχίζουν να εργάζονται παρατηρείται σε Βέλγιο 9,4%, Ρουμανία 1,7%, Ελλάδα 4,2%, Ισπανία 4,9%, Κροατία 5%, Γαλλία 9,9%, Λουξεμβούργο 9,7%, Σλοβενία 8% και ακολουθούν Αυστρία 12,2%, Πολωνία 13,1%, Πορτογαλία 13,2%.

Στην έκθεση σημειώνεται ότι σε 11 χώρες της ΕΕ ο κύριος λόγος για τη συνέχιση της εργασίας ήταν η οικονομική αναγκαιότητα και σε 14 χώρες οι άνθρωποι απολάμβαναν την εργασία ή την παραγωγικότητα μετά τη σύνταξη.

Η επιθυμία διατήρησης της κοινωνικής ένταξης (11,2%) και η οικονομική ελκυστικότητα της εργασίας (9,1%) αναφέρθηκαν επίσης ως λόγοι για τη συνέχιση της εργασίας. Ένα μικρότερο ποσοστό, 3,5%, συνέχισε να εργάζεται επειδή ο σύντροφός τους εξακολουθούσε να απασχολείται.

Η Δανία (61,0%), η Ολλανδία (59,6%) και η Ιταλία (51,7%) είχαν το υψηλότερο ποσοστό ατόμων που συνέχισαν να εργάζονται επειδή τους αρέσει. Αντίθετα, το μικρότερο ποσοστό ατόμων που ανέφεραν αυτόν τον λόγο ήταν στην Ισπανία (17,9%), στην Κύπρο (19,1%) και στη Σλοβακία (20,4%).
Η Eurostat αναφέρει ότι η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία ήταν μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά ατόμων που συνέχισαν να εργάζονται με κύριο λόγο την «οικονομική ανάγκη», που ξεπέρασε τον λόγο «απολαμβάνω την εργασία». Αντίθετα, χώρες όπως η Τσεχία, η Ιρλανδία, η Ουγγαρία και η Ολλανδία είχαν σχετικά υψηλό ποσοστό ατόμων που συνέχιζαν να εργάζονται για την «απόλαυση εργασίας».

Όπως διευκρινίζει η Eurostat, ορισμένες χώρες είχαν πολύ χαμηλά ποσοστά εργαζομένων με συντάξεις, γεγονός που δείχνει ότι η λήψη συντάξεων συχνά σηματοδοτεί το τέλος της επαγγελματικής ζωής σε αυτές τις χώρες. Στην Ισπανία, την Ελλάδα και τη Ρουμανία, το ποσοστό των απασχολουμένων με συντάξεις ήταν μικρότερο και αυτό υποδηλώνει, σύμφωνα με την Eurostat, ότι σε αυτές τις χώρες, οι συνταξιούχοι τείνουν να σταματήσουν να εργάζονται όταν συνταξιοδοτούνται πλήρως, αντί να συνεχίσουν να εργάζονται με κάποια ιδιότητα. Το 2023, σχεδόν οι μισοί (45,1%) άτομα ηλικίας 50-74 ετών στην ΕΕ έλαβαν κάποιας μορφής σύνταξης. Αυτό μπορεί να αναλυθεί σε τρεις κύριες κατηγορίες: σε όσους λαμβάνουν μόνο σύνταξη γήρατος (39,7%), σε όσους λαμβάνουν μόνο σύνταξη αναπηρίας ή άλλα περιοδικά επιδόματα αναπηρίας (4,6%) και σε αυτούς που λαμβάνουν και τα δύο είδη συντάξεων (0,8%).

Εκτός από τους συνταξιούχους γήρατος, ένα αξιοσημείωτο ποσοστό ατόμων ηλικίας 50-74 ετών σε ορισμένες χώρες λάμβαναν συντάξεις αναπηρίας ή άλλα επιδόματα αναπηρίας. Τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρήθηκαν στην Εσθονία (11,5%), στη Δανία (10,1%), στη Λιθουανία (9,1%) και στη Λετονία (8,6%). Στην Κύπρο το ποσοστό είναι ιδιαίτερα χαμηλό, στο 1,9%, πολύ πιο χαμηλό από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που είναι στο 4,6%. Στα υπόλοιπα κράτη το ποσοστό είναι Σλοβακία 6,6%, Τσεχία 5,7%, Γερμανία 3,2%, Σλοβενία 6,4%, Γαλλία 5,3%, Αυστρία 4,5%, Πορτογαλία 5,1%, Ιταλία 3,2%, Ελλάδα 2,5% και Ισπανία 6,4%.