Ένα πιο σταθερό φορολογικό περιβάλλον, το οποίο θα βάζει φρένο στην αναδρομική φορολόγηση και θα ενισχύει τη σταθερότητα για στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις, προβλέπει η κυβερνητική πρόταση στα θέματα φορολογίας στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.
Οι προτεινόμενες αλλαγές αφορούν το άρθρο 78 του Συντάγματος, και συγκεκριμένα δύο βασικούς άξονες, τον αυστηρό περιορισμό της αναδρομικής φορολόγησης και τη δυνατότητα παροχής φορολογικής σταθερότητας για ιδιωτικές επενδύσεις στρατηγικής σημασίας, που θα συμβάλουν καθοριστικά στην επόμενη ημέρα της οικονομίας. Με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, η φορολογία συνδέεται πιο άμεσα με την ασφάλεια δικαίου, την εμπιστοσύνη των πολιτών και την προσέλκυση σημαντικών επενδύσεων.
Οι προτεινόμενες αλλαγές φιλοδοξούν να πετύχουν δύο στόχους: Από τη μία πλευρά, την απαγόρευση της αναδρομικής φορολόγησης, ώστε να θωρακιστούν η προστασία των φορολογούμενων, η ασφάλεια δικαίου και η προβλεψιμότητα των φορολογικών υποχρεώσεων. Από την άλλη πλευρά, η δυνατότητα παροχής σταθερού φορολογικού καθεστώτος σε στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις αποσκοπεί στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και στην προσέλκυση σημαντικών επενδυτικών κεφαλαίων. Οι δύο αυτές παρεμβάσεις επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα φορολογικό σύστημα πιο δίκαιο, πιο σταθερό και πιο φιλικό προς τον μακροπρόθεσμο οικονομικό σχεδιασμό.
Η αναδρομικότητα
Η πρώτη αλλαγή αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την ισχύουσα διατύπωση, “φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε”. Η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει πλήρως την αναδρομική φορολόγηση, αλλά την επιτρέπει μέσα σε ένα συγκεκριμένο και περιορισμένο χρονικό πλαίσιο. Δηλαδή το κράτος μπορεί να θεσπίσει έναν φόρο με αναδρομική ισχύ, υπό την προϋπόθεση ότι η αναδρομικότητα δεν εκτείνεται πέρα από το προηγούμενο οικονομικό έτος από εκείνο κατά το οποίο θεσπίζεται ο σχετικός νόμος.
Η προτεινόμενη νέα διατύπωση είναι πολύ πιο ξεκάθαρη και αυστηρή, καθώς προβλέπει ότι “φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος“. Με τη διατύπωση αυτή καταργείται η μέχρι σήμερα συνταγματικά ανεκτή δυνατότητα περιορισμένης αναδρομικής επιβολής φόρων. Πλέον, ένας φορολογικός νόμος θα μπορεί να ρυθμίζει μόνο μελλοντικές καταστάσεις και όχι εισοδήματα, συναλλαγές ή αποφάσεις για την περιουσία που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί πριν από την ψήφισή του. Η πλήρης απαγόρευση της αναδρομικής φορολόγησης ενισχύει, επομένως, την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη φορολογική νομοθεσία και θα περιορίσει τον κίνδυνο αιφνιδιαστικών επιβαρύνσεων, προστατεύοντας την εύλογη πεποίθηση ότι οι φορολογικές υποχρεώσεις καθορίζονται με βάση κανόνες που ισχύουν κατά τον χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιείται η φορολογητέα πράξη ή δημιουργείται το φορολογητέο εισόδημα. Με τον τρόπο αυτό, η φορολογία καθίσταται προβλέψιμη και συμβατή με τον μέσο φορολογούμενο που δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με αναδρομική εφαρμογή φορολογικών νόμων.
Ταυτόχρονα, η αλλαγή αυτή βάζει φρένο και στις αποφάσεις των δημοσίων λειτουργών. Το Δημόσιο θα μπορεί να ψηφίζει νόμους και να θεσπίζει φόρους μεταβάλλοντας φορολογικούς συντελεστές ή προσαρμόζοντας τη φορολογική πολιτική στις εκάστοτε δημοσιονομικές ανάγκες. Ωστόσο οι φορολογικές παρεμβάσεις θα αφορούν μελλοντικές αποφάσεις και δεν θα επιβάλλονται εις βάρος ήδη διαμορφωμένων καταστάσεων. Συνεπώς, σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, η νέα διατύπωση ενισχύει τον προληπτικό χαρακτήρα της φορολογικής νομοθεσίας και αποτρέπει τη χρήση της φορολογίας ως μέσου αναδρομικής κάλυψης δημοσιονομικών αναγκών.
Ενίσχυση στρατηγικών επενδύσεων
Η δεύτερη προτεινόμενη αλλαγή είναι η προσθήκη νέας παραγράφου 6 στο άρθρο 78, σύμφωνα με την οποία “μπορεί να παρέχονται κίνητρα για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές για την εθνική οικονομία ιδιωτικές επενδύσεις”. Η ρύθμιση αυτή εισάγει στο συνταγματικό κείμενο τη δυνατότητα θέσπισης ειδικών φορολογικών κινήτρων υπέρ ιδιωτικών επενδύσεων που χαρακτηρίζονται σημαντικές για την εθνική οικονομία. Τέτοιες επενδύσεις μπορεί να αφορούν τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές, η βιομηχανία, η τεχνολογία, η έρευνα, η καινοτομία, οι μεταφορές ή άλλοι παραγωγικοί κλάδοι με αυξημένη οικονομική σημασία.
Η βασική στόχευση είναι ότι το κράτος θα μπορεί να προσφέρει, υπό προϋποθέσεις, ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο σε μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Η φορολογική σταθερότητα αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων, ιδίως όταν πρόκειται για επενδύσεις μεγάλης διάρκειας και υψηλού κόστους. Ένας επενδυτής που σχεδιάζει ένα μεγάλο έργο χρειάζεται να γνωρίζει, όσο είναι δυνατόν, ποιο θα είναι το φορολογικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κινηθεί. Αν οι φορολογικοί κανόνες μεταβάλλονται συχνά, αυξάνεται ο επιχειρηματικός κίνδυνος και καθίσταται δυσκολότερος ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.
Με τη θέσπιση κινήτρων φορολογικής σταθερότητας, το κράτος μπορεί να καταστήσει τη χώρα πιο ελκυστική για σημαντικές επενδύσεις. Αποτελεί ένα βασικό βήμα στη βασική κυβερνητική επιδίωξη για αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, ώστε να καταστεί βιώσιμη και ανταγωνιστική. “Η πρόβλεψη αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα φορολογική απαλλαγή ή προνομιακή μεταχείριση χωρίς όρια”, αναφέρουν αρμόδια στελέχη. Σημαίνει κυρίως ότι για ορισμένες επενδύσεις που κρίνεται ότι εξυπηρετούν την εθνική οικονομία μπορεί να παρέχεται ένα καθεστώς μεγαλύτερης προβλεψιμότητας. Έτσι, ο επενδυτής γνωρίζει ότι δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος με συνεχείς και απρόβλεπτες φορολογικές μεταβολές που θα ανατρέψουν τον αρχικό οικονομικό σχεδιασμό του.