Καύσιμα, τρόφιμα και κόστος στέγασης κρατούν ψηλά τον πληθωρισμό στην Κύπρο και διατηρούν αυξημένη πίεση στο κόστος ζωής, παρά τις επιμέρους μειώσεις που παρατηρούνται σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων.

Ο δείκτης τιμών καταναλωτή για τον Ιούνιο που ανακοινώθηκε χθες από την Στατιστική Υπηρεσία δείχνει ότι ο πληθωρισμός αυξήθηκε με ρυθμό 3,1%, πιο κάτω από  τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών που ανακοίνωσε η Eurostat μια μέρα προηγουμένως και ήταν στο 4%, σε σχέση τον περσινό Ιούνιο.

Tα στοιχεία δείχνουν ότι χώρες όπως η Κύπρος, που έχουν μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και υπηρεσίες, μπορεί να βλέπουν πιο αργή αποκλιμάκωση τιμών (ή και αύξηση σε κάποιες κατηγορίες), σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αποκλιμάκωση στις διεθνείς εντάσεις μπορεί να βοηθά τις τιμές ενέργειας, αλλά δεν περνά  άμεσα στον δείκτη τιμών καταναλωτή.

Το Υπουργείο Οικονομικών πρόσφατα είχε αναφέρει ότι, παρότι η Κύπρος εξακολουθεί να συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χαμηλότερες τιμές τόσο στην αμόλυβδη βενζίνη όσο και στο πετρέλαιο κίνησης, οι διεθνείς εξελίξεις δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε σταθεροποίηση των τιμών και για τον λόγο αυτό το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε νέα παράταση της εφαρμογής των μειωμένων συντελεστών ειδικού φόρου στα καύσιμα μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 2026.

Η εικόνα των αριθμών είναι αρκετά επιβαρυμένη σε σχέση με το 2025, όταν ο πληθωρισμός τον Ιούνιο είχε αρνητικό πρόσημο -0,4% και το 2024 ήταν 2,96%, σε σύγκριση με το 2023. Αν πάμε ακόμη πιο πίσω, τον Ιούνιο του 2023 σε σχέση με το 2022 ο πληθωρισμός ήταν 1,90%.

Σε επίπεδο τετραετίας (2022–2026), τα στοιχεία υποδηλώνουν σωρευτική αύξηση του δείκτη τιμών 7,96%, αποτυπώνοντας τη συνολική επιβάρυνση στο κόστος ζωής. Η πορεία αυτή μπορεί να χωριστεί σε διάφορες φάσεις: ήπια αύξηση το 2023, εντονότερη επιτάχυνση το 2024, προσωρινή αποκλιμάκωση το 2025 και εκ νέου άνοδο το 2026.

Η εξέλιξη του δείκτη καταναλωτή μεταφράζεται σε συνεχιζόμενη πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, ιδιαίτερα σε βασικές δαπάνες όπως ενοίκια, υπηρεσίες και καθημερινές αγορές, με το συνολικό αποτύπωμα του κόστους ζωής να παραμένει υψηλό, παρά τις διακυμάνσεις των τελευταίων ετών.

Την ακρίβεια συντηρούν συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων και υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να δημιουργούν πληθωριστικές πιέσεις σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των νοικοκυριών.

Τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Στατιστική Υπηρεσία δείχνουν ότι η κατηγορία των πετρελαιοειδών παρουσίασε αύξηση 21,17% τον Ιούνιο σε ετήσια βάση, τα γεωργικά προϊόντα παρουσίασαν άνοδο 9,01%, η κατηγορία στέγαση, ύδρευση, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα 5,60%, μεταφορές 8,26%, τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά κατέγραψαν αύξηση 5,06%, αναψυχή, αθλητισμός και πολιτισμός 5,25%, εκπαιδευτικές υπηρεσίες 3,71%, εστιατόρια και υπηρεσίες παροχής καταλύματος 3,24%, υγεία 1,13%.

Υπάρχουν και κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών που παρουσίασαν υποχώρηση στις τιμές τον Ιούνιο, σε σχέση με πέρυσι. Μια από τις κατηγορίες είναι η ένδυση και υπόδηση, με αρνητικό πρόσημο -7,65%, ενημέρωση και επικοινωνία -3,99%, επίπλωση και διακόσμηση, οικιακός εξοπλισμός και συνήθης συντήρηση κατοικιών -0,98%.

Οι επισημάνσεις της Κεντρικής

Η Κεντρική Τράπεζα στο οικονομικό δελτίο που εξέδωσε προχθές αναφέρει ότι ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί προσωρινά εντός του 2026, εξαιτίας άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων από τις διεθνείς εξελίξεις και να αποκλιμακωθεί στη συνέχεια.

Το 2026 ο πληθωρισμός στη βάση του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά στο 3,2% από 0,8% το 2025, λόγω κυρίως των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Οι βασικοί κίνδυνοι αφορούν την αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, τις διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας και ενδεχόμενες εντονότερες από τις αναμενόμενες διαταραχές στον τουρισμό και σε άλλες εξαγώγιμες υπηρεσίες.

Η Κεντρική Τράπεζα αναφέρει ακόμα ότι η ανακοίνωση προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί θετική εξέλιξη, ωστόσο, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί πλήρως, ούτε εφαρμοστεί και σημαντικά μέρη της χρειάζονται διαπραγμάτευση. Σε περίπτωση που οι δύο πλευρές δεν διατηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και δεν εφαρμοστεί η σχετική συμφωνία, παραμένουν οι σχετικοί κίνδυνοι που αφορούν διαταραχές στις αγορές ενέργειας, εμπορευμάτων και πρώτων υλών και την πορεία των σχετικών τιμών.