Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί για πρώτη φορά συγκεκριμένο στόχο για τον εξηλεκτρισμό της ευρωπαϊκής οικονομίας έως το 2040, στο πλαίσιο ευρύτερης στρατηγικής για την ενεργειακή μετάβαση, την ενίσχυση των καθαρών τεχνολογιών και τη μείωση της εξάρτησης της ΕΕ από τα ορυκτά καύσιμα.
Σύμφωνα με σχέδιο εγγράφου που επικαλείται το Bloomberg, η Κομισιόν αναμένεται να παρουσιάσει την πρότασή της στις 17 Ιουλίου, με στόχο ο νέος σχεδιασμός να ενσωματωθεί στη μελλοντική ευρωπαϊκή νομοθεσία για την ενέργεια μετά το 2030.
Ο στόχος θα αφορά το ποσοστό της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης που θα καλύπτεται από ηλεκτρική ενέργεια έως το 2040. Το ακριβές ποσοστό, ωστόσο, δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι η στροφή σε ηλεκτρική ενέργεια, η οποία θα παράγεται κυρίως εντός Ευρώπης, μπορεί να συμβάλει τόσο στην επίτευξη του κλιματικού στόχου για μείωση των εκπομπών κατά 90% έως το 2040, σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, όσο και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ένωσης.
Η ανάγκη περιορισμού της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα έχει αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα μετά τη μείωση των ρωσικών προμηθειών φυσικού αερίου και τις αναταράξεις στις διεθνείς ενεργειακές αγορές λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Στο προσχέδιο της στρατηγικής αναφέρεται ότι, με αποφασιστική δράση, η Ευρώπη μπορεί να καταστεί η πρώτη «ηλεκτρική ήπειρος». Η μετάβαση αυτή, σύμφωνα με την Κομισιόν, θα δημιουργήσει νέες επενδυτικές ευκαιρίες, θα στηρίξει τη βιομηχανία καθαρών τεχνολογιών, θα ενισχύσει την απασχόληση και θα συμβάλει στη μείωση των ρύπων στις πόλεις.
Με βάση τους υπολογισμούς της Επιτροπής, η επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού θα μπορούσε να αντικαταστήσει έως και τα δύο τρίτα της σημερινής κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ και να μειώσει κατά 50% την κατανάλωση πετρελαίου έως το τέλος της επόμενης δεκαετίας.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα μπορούσε να μειώσει κατά περίπου 200 δισ. ευρώ το κόστος εισαγωγών ορυκτών καυσίμων, περιορίζοντας παράλληλα τις υψηλές ενεργειακές τιμές που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας.
Παρά το γεγονός ότι περίπου το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ παράγεται ήδη από εγχώριες καθαρές πηγές, ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας παραμένει στάσιμος. Σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, η ηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχεί σε περίπου 23% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην ΕΕ εδώ και μία δεκαετία, ενώ σε χώρες όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Ιαπωνία το ποσοστό ξεπερνά το 30%.
Το σχέδιο προβλέπει παρεμβάσεις σε βασικούς τομείς που εξακολουθούν να εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα. Στη βιομηχανία, η Κομισιόν εξετάζει τη χρήση στοχευμένων πόρων από την αγορά δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα για τη χρηματοδότηση ηλεκτρικών τεχνολογιών.
Στις μεταφορές, προτεραιότητα δίνεται στην επέκταση των υποδομών φόρτισης, στην επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού των βαρέων οχημάτων και στη μετατροπή των ευρωπαϊκών λιμανιών σε κόμβους καθαρής ενέργειας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στα κτίρια, τα οποία ευθύνονται για περίπου το 50% της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ. Η Επιτροπή εξετάζει μέτρα για την ενίσχυση της ζήτησης αντλιών θερμότητας και άλλων ηλεκτρικών συστημάτων θέρμανσης.
Η Κομισιόν αναγνωρίζει, πάντως, ότι η μετάβαση απαιτεί σημαντικές επενδύσεις και την αντιμετώπιση σοβαρών εμποδίων, όπως το υψηλό αρχικό κόστος αντικατάστασης συστημάτων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα, η ανάγκη εκσυγχρονισμού των ηλεκτρικών δικτύων, η αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και η αναθεώρηση του πλαισίου φορολόγησης της ενέργειας.
Παράλληλα, η Επιτροπή θεωρεί αναγκαία τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα μετά το 2030, προκειμένου να επιταχυνθεί η μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα με μεγαλύτερη συμμετοχή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας.