Η πρόσφατη δημοσίευση του πίνακα αποτελεσμάτων της ΕΕ για τη Δικαιοσύνη (EU Justice Scoreboard 2026) έφερε την Κύπρο για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με τις παθογένειές της, υπογραμμίζοντας μια ανησυχητική, διαχρονική πραγματικότητα. Το δικαστικό σύστημα παραμένει ένα από τα πιο δυσκίνητα στην Ευρώπη. Παρά τις κινήσεις που έγιναν για τον εκσυγχρονισμό της δικαιοσύνης, τα νούμερα είναι αμείλικτα και καταδεικνύουν την επιτακτική ανάγκη για άμεσες και βαθιές τομές από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Η στασιμότητα σε αριθμούς
Τα ευρήματα του 2026 κάθε άλλο παρά ανακούφιση προσφέρουν. Σε ορισμένους κρίσιμους δείκτες, η κατάσταση επιδεινώνεται. Ειδικότερα στις αστικές και εμπορικές διαφορές, ο εκτιμώμενος χρόνος εκδίκασης αυξήθηκε από περίπου 520 ημέρες το 2023 σε σχεδόν 580 ημέρες το 2024, κατατάσσοντας την Κύπρο στη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ. Ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα στις διοικητικές διαδικασίες, όπου ο χρόνος επίλυσης σχεδόν διπλασιάστηκε, αγγίζοντας τις 800 ημέρες.
Είναι αλήθεια ότι τα δικαστήρια καταγράφουν ικανοποιητικά ποσοστά εκκαθάρισης (clearance rates). Όμως, ο τεράστιος όγκος του συσσωρευμένου ανεκτέλεστου έργου καθιστά αυτή την πρόοδο σταγόνα στον ωκεανό. Για τον πολίτη και τον επιχειρηματία, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η διαρκής αναμονή.
Οικονομική ασφυξία και εγκλωβισμός κεφαλαίων
Πέρα από το θεμελιώδες ζήτημα του κράτους δικαίου, η αργή απονομή δικαιοσύνης είναι μια ανοιχτή πληγή για την ίδια την οικονομία. Όταν οι αστικές και εμπορικές υποθέσεις βαλτώνουν στις δικαστικές αίθουσες, το επιχειρηματικό οικοσύστημα ασφυκτιά. Σημαντικά κεφάλαια εγκλωβίζονται σε ατέρμονες νομικές διαδικασίες, η ρευστότητα στην αγορά περιορίζεται και η ικανότητα έγκαιρης διευθέτησης οικονομικών εκκρεμοτήτων παραλύει.
Σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία, η ταχεία εφαρμογή των συμφωνηθέντων και η άμεση αντιμετώπιση των περιπτώσεων αθέτησης υποχρεώσεων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωση των επιχειρήσεων. Η αδυναμία του συστήματος να επιλύσει γρήγορα εμπορικές διαφορές, λειτουργεί αποτρεπτικά και για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων. Ποιος σοβαρός επενδυτής είναι διατεθειμένος να τοποθετήσει κεφάλαια σε μια χώρα όπου, όταν προκύψει κάποια διαφορά, η κρατική μηχανή αδυνατεί να του παρέχει αποτελεσματική και, κυρίως, έγκαιρη νομική προστασία; Είναι ένα καίριο ερώτημα το οποίο απασχολεί σοβαρά όσους καλούνται να πείσουν σοβαρούς ξένους επενδυτές να ασχοληθούν με την περίπτωση της Κύπρου.
Η ευθύνη των ιθυνόντων
Το πρόβλημα στην Κύπρο έχει πάψει προ πολλού να σχετίζεται με τη διάγνωση καθώς έχει υπερ-αναλυθεί από πολλούς και διάφορους θεσμούς και πρόσωπα εντός και εκτός Κύπρου. Το πρόβλημα ή καλύτερα η συντήρησή του σχετίζεται περισσότερο με μια διαχρονική ατολμία για ουσιαστικές παρεμβάσεις. Η έκθεση του 2026, όπως και οι προηγούμενες, αποτελεί καταπέλτη για την κρατική μέριμνα. Η Κύπρος παραμένει σταθερά στην τελευταία θέση ως προς τις δημόσιες δαπάνες για τα δικαστήρια ως ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ ο αριθμός των δικαστών ανά 100.000 κατοίκους εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά των προηγμένων ευρωπαϊκών δικαιοδοσιών. Η ίδια η δικαστική εξουσία φέρει τη δική της, βαρύνουσα ευθύνη. Η εσωτερική διαχείριση του ανεκτέλεστου έργου, η ανάγκη για εκ των έσω εκσυγχρονισμό, η αυστηρή τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων και η ουσιαστική υιοθέτηση των ψηφιακών εργαλείων (e-justice) αποτελούν δικό της θέμα.
Τόσο η εκτελεστική, όσο και νομοθετική εξουσία πρέπει να δώσουν έμφαση στο πρόβλημα που ταλαιπωρεί ολόκληρη την χώρα και να δώσουν λύσεις ώστε χωρίς να γίνονται εκπτώσεις στην ποιότητα να ενισχύεται η ταχύτητα της απονομής δικαιοσύνης.