Ξεπερνούν τα 286 εκατομμύρια ευρώ οι 50 ακριβότερες πωλήσεις ακινήτων κατά το α’ εξάμηνο του 2026, σύμφωνα με την Ask Wire, με τη Λεμεσό να συνεχίζει να κρατά τα σκήπτρα ως η ακριβότερη και δημοφιλέστερη πόλη του real estate στην Κύπρο.
Στον κατάλογο των 10 ακριβότερων ακινήτων παγκύπρια, η Λεμεσός καταγράφει έξι συναλλαγές, συνολικής αξίας 117,2 εκατομμυρίων ευρώ.
Ακολουθούν η Πάφος, με τρεις αγοραπωλησίες ύψους 35,5 εκατομμυρίων ευρώ και η Λάρνακα με μία συναλλαγή, αξίας 9 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Ask Wire δείχνουν με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο τις τιμές που προσφέρονται στην Κύπρο και ειδικότερα στη Λεμεσό, η οποία καταγράφει εδώ και χρόνια μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των ακινήτων, ακόμη και όταν πρόκειται για απλά χωράφια.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πώληση χωραφιών, ούτε καν οικοπέδου, στην περιοχή της Μονής, στη Λεμεσό, καθώς η συγκεκριμένη πράξη καταγράφεται ως η ακριβότερη κατά το α’ εξάμηνο του 2026 στην Κύπρο, με την αξία της να φτάνει τα €55 εκατ.
Φυσικά, όπως πληροφορείται ο «Φ» από επαγγελματίες της αγοράς ακινήτων, τα εν λόγω χωράφια δεν αποτελούν μια οποιαδήποτε έκταση, αλλά πρόκειται για παραθαλάσσια γη, ενώ το κτήριο που βρίσκεται μέσα σε αυτά φαίνεται να είναι μηδενικής αξίας. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, η συγκεκριμένη έκταση βρίσκεται κοντά στον ηλεκτροπαραγωγό σταθμό της Μονής.
Προπομπός τεράστιων αναπτύξεων
Ο «Φ», διερευνώντας περαιτέρω το ζήτημα των πωλήσεων ακινήτων, εντόπισε ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ιδιαίτερη τάση στις αγοροπωλησίες, κυρίως στη Λεμεσό.
Πιο συγκεκριμένα, οι αγορές γης αφορούν πλέον μεγάλα -συνεχόμενα- τεμάχια και όχι μεμονωμένα χωράφια ή οικόπεδα, κάτι που απαιτεί τεράστια αρχικά κεφάλαια. Σύμφωνα με επαγγελματίες της αγοράς, η τάση αυτή δείχνει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Όπως σημειώνουν, όλες αυτές οι κινήσεις αποτελούν προπομπό μεγάλων αναπτύξεων και επενδύσεων.
Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στη Λεμεσό, σε αντίθεση τουλάχιστον με την Πάφο, όπου οι περισσότερες αγοραπωλησίες αφορούν κυρίως κατοικίες.
Όσον αφορά τώρα την ταυτότητα και την ιθαγένεια των αγοραστών αυτών των μεγάλων εκτάσεων γης, αυτές δεν μπορούν να εξακριβωθούν, τουλάχιστον από τα διαθέσιμα στοιχεία. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση που τα στοιχεία αυτά ήταν διαθέσιμα, δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ποιοι βρίσκονται πίσω από τις αγορές.
Το μέγεθος των επενδύσεων και τα δεκάδες εκατομμύρια ευρώ που απαιτούνται ενδέχεται να προέρχονται από διάφορους επενδυτές, ενώ ως εξαγοραστής μπορεί να εμφανίζεται μία συγκεκριμένη εταιρεία, η οποία υποστηρίζεται από διαφορετικά μέρη και επενδυτές, Κύπριους ή ξένους.
Εξάλλου, είναι φυσικό επακόλουθο πως η αγορά γης αξίας δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ θα φέρει ανάπτυξη και επένδυση πολλαπλάσιων εκατομμυρίων, άρα, στις πλείστες των περιπτώσεων σε μια εξαγορά γης φαίνονται να εμπλέκονται κοινοπραξίες ή τουλάχιστον σίγουρα πέραν του ενός επενδυτή.
Από όλα αυτά δεν μπορεί να παραγνωριστεί ακόμη ένα ιδιαίτερο στατιστικό στοιχείο. Ο Παύλος Λοΐζου, διευθύνων σύμβουλος της Ask Wire, σχολιάζοντας τα στοιχεία που συγκέντρωσε η εταιρεία, ανέφερε ότι οι οκτώ από τις δέκα ακριβότερες πωλήσεις ακινήτων του εξαμήνου πραγματοποιήθηκαν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Πρόκειται, όπως συμπληρώνει, για ένα στοιχείο το οποίο δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την αβεβαιότητα που προκαλεί η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η οποία επηρεάζει τις επενδυτικές αποφάσεις κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.
Το οικιστικό απόθεμα
Άσχετο με τα πιο πάνω δεν είναι το γεγονός ότι αρκετές μεγάλες εταιρείες, οι οποίες δημιούργησαν τη βάση ή τα γραφεία τους στην Κύπρο, έχουν πλέον δραστηριοποιηθεί και στον τομέα των ακινήτων. Φυσικά, αυτός δεν ήταν ο αρχικός σκοπός τους και οι υπηρεσίες που προσφέρουν ενδέχεται να μην έχουν καμία σχέση με τη γη και την ανάπτυξη ακινήτων. Ωστόσο, αναγκάζονται να το πράξουν λόγω των αναγκών που αντιμετωπίζουν.
Συγκεκριμένα, ένας μεγάλος πονοκέφαλος για τις εταιρείες που επιλέγουν τη Λεμεσό είναι η εξεύρεση χώρων στέγασης προσωπικού και δημιουργίας γραφείων. Όπως διαφαίνεται, οι εγχώριοι εργολάβοι και το διαθέσιμο οικιστικό απόθεμα δεν μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους.
Έτσι, οι ίδιες οι εταιρείες προχωρούν στην αγορά γης και στην ανέγερση ιδιόκτητων κτηρίων, τα οποία χρησιμοποιούνται είτε για τη στέγαση των εργαζομένων τους, είτε ως γραφεία.