Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Χριστάκη Χατζηλαού

Η μείωση του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) στον ηλεκτρισμό στο 5% για τους οικιακούς καταναλωτές, από την 1η Μαΐου 2026 έως τις 31 Μαρτίου 2027, αποτελεί ουσιαστικό μέτρο ανακούφισης των νοικοκυριών. Το μέτρο περιλαμβάνεται στην επίσημη κυβερνητική δέσμη στήριξης.

Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο τι θα ισχύσει μέχρι τον Μάρτιο του 2027. Είναι τι θα συμβεί μετά.

Η επαναφορά του ΦΠΑ στο 19%, εάν η τιμή προ ΦΠΑ παραμένει στα σημερινά υψηλά επίπεδα, δεν θα αποτελεί ουδέτερη δημοσιονομική αναπροσαρμογή. Θα είναι πρόσθετη φορολογία πάνω σε ένα ήδη υψηλό κόστος, το οποίο διαμορφώθηκε και από τις διαχρονικές καθυστερήσεις και αστοχίες στην ενεργειακή υποδομή της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιβάλλει το 19%

Η Οδηγία (ΕΕ) 2022/542 περιλαμβάνει την προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας στις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ο ελάχιστος επιτρεπόμενος μειωμένος συντελεστής είναι 5%. Η διατήρηση μειωμένου ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό είναι, συνεπώς, πλήρως συμβατή με το ευρωπαϊκό δίκαιο. Η εφαρμογή του 19% αποτελεί εθνική δημοσιονομική και πολιτική επιλογή, όχι ευρωπαϊκή υποχρέωση.

Αρκετά κράτη μέλη, όπως η Μάλτα (5%) και το Βέλγιο (6%), αξιοποιούν ήδη τη δυνατότητα εφαρμογής μειωμένου ΦΠΑ στον ηλεκτρισμό. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις διαφέρουν ανά χώρα, ανάλογα με το εθνικό φορολογικό πλαίσιο και τις προβλεπόμενες ευρωπαϊκές διαδικασίες. Το ουσιώδες για την Κύπρο είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επιβάλλει συντελεστή 19% στον ηλεκτρισμό.

Η διατήρηση του ΦΠΑ στο 5% αποτελεί, συνεπώς, διαθέσιμη εθνική δημοσιονομική και πολιτική επιλογή. Η Κύπρος έχει τη δυνατότητα και την υποχρέωση να προστατεύσει τους καταναλωτές όσο η τιμή του ηλεκτρισμού παραμένει υπερβολικά υψηλή.

Ο ηλεκτρισμός ως κοινωνικό αγαθό

Όταν το κράτος φορολογεί το ρεύμα με 19%, επιβάλλει οριζόντιο φόρο που πλήττει τα νοικοκυριά και τη μεσαία τάξη. Παράλληλα αυξάνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, των βιοτεχνιών και του εμπορίου. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος μετακυλίεται στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών και επιβαρύνει την οικονομία.

Αν το κράτος αναζητά έσοδα, θα μπορούσε  να τα διεκδικήσει από την υπερφορολόγηση ειδών πολυτελείας ή την πάταξη της φοροδιαφυγής, και όχι να μετατρέπει ένα αγαθό επιβίωσης σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό.

Tο κόστος των καθυστερήσεων

Η Κύπρος εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ηλεκτροπαραγωγή με υγρά καύσιμα, ενώ η εισαγωγή φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η αιτιώδης αλυσίδα είναι σαφής: Καθυστέρηση στην εισαγωγή φυσικού αερίου → συνέχιση της χρήσης ακριβότερων και περισσότερο ρυπογόνων καυσίμων → αυξημένο κόστος καυσίμου και δικαιωμάτων εκπομπών → υψηλότερη τιμή ηλεκτρισμού → μεγαλύτερη επιβάρυνση από τον ΦΠΑ.

Ο καταναλωτής δεν επέλεξε το καύσιμο, δεν καθόρισε τα χρονοδιαγράμματα των έργων και δεν ευθύνεται για τις καθυστερήσεις. Δεν είναι ορθό να καλείται να πληρώσει ΦΠΑ 19% πάνω σε μια τιμή που παραμένει διογκωμένη από ενεργειακές εκκρεμότητες και διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι διεθνείς παράγοντες (τιμές καυσίμων και δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων) επηρεάζουν την τιμή, αλλά δεν αναιρούν την ευθύνη της πολιτείας να περιορίσει πρώτα τις εγχώριες πηγές κόστους.

Ποσοτική σύγκριση και φορολογικό μέρισμα

Για τη συγκριτική αξιολόγηση σεναρίων σε σχέση με την επαναφορά του ΦΠΑ 19% γίνεται χρήση διμηνιαίου τιμολογίου της ΑΗΚ (Ιουνίου – Ιουλίου 2026) για οικιακή κατανάλωση 1.000 kWh και ενδεικτικού σεναρίου αξιοποίησης φυσικού αερίου με αποδοτικές μονάδες συνδυασμένου κύκλου. Στην περίπτωση του τιμολογίου της ΑΗΚ, που περιλαμβάνει βασικά το κόστος παραγωγής, κόστος δικτύων και κόστος προμήθειας, η βάση υπολογισμού του ΦΠΑ ανέρχεται στα 27,6 σεντ/kWh, ενώ στην περίπτωση του ενδεικτικού σεναρίου του φυσικού αερίου αυτή υποχωρεί στα 21,4 σεντ/kWh.

Σενάρια ΦορολόγησηςΤιμή προ ΦΠΑΣυντελεστήςΦΠΑ
Υγρά καύσιμα (σημερινό καθεστώς)27,6 σεντ/kWh5%1,38 σεντ/kWh
Υγρά καύσιμα (επαναφορά ΦΠΑ 19%)27,6 σεντ/kWh19%5,24 σεντ/kWh
Φυσικό αέριο (ενδεικτικό σενάριο)21,4 σεντ/kWh19%4,07 σεντ/kWh

Συμπεράσματα:

  1. Με την επαναφορά του ΦΠΑ 19% ο καταναλωτής επιβαρύνεται με 3,86 σεντ/kWh, δηλαδή 38,6 ευρώ ανά τιμολόγιο.
  2. Με την έλευση του φυσικού αερίου ο καταναλωτής θα μπορούσε να πληρώνει 6,2 σεντ/kWh λιγότερο.
  3. Με ΦΠΑ 19% και υγρά καύσιμα το κράτος εισπράττει 1,17 σεντ/kWh περισσότερο σε σχέση με το ενδεικτικό σενάριο του φυσικού αερίου. Αυτή η διαφορά αποτελεί φορολογικό μέρισμα της ακρίβειας που συντήρησαν οι καθυστερήσεις στις υποδομές.

Σημείωση: Το κόστος των 21,4 σεντ/kWh προ ΦΠΑ αποτελεί ενδεικτικό δυσμενές σενάριο εκτίμησης για φυσικό αέριο και όχι πρόβλεψη. Βασίζεται σε τελική τιμή φυσικού αερίου 65 €/MWh, καθαρό βαθμό απόδοσης 50%, τιμή δικαιωμάτων εκπομπών 75 €/τόνο CO₂ και λοιπές χρεώσεις τιμολογίου ΑΗΚ 4,9 σεντ/kWh. Το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί κυρίως από την τελική τιμή παράδοσης του φυσικού αερίου και την πραγματική απόδοση των μονάδων.

Έσοδα από τους ρύπους

Η Κυπριακή Δημοκρατία εισπράττει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ετησίως από τη δημοπράτηση δικαιωμάτων εκπομπών (π.χ. €95,5 εκατ. το 2024). Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τα έσοδα αυτά πρέπει να κατευθύνονται σε δράσεις για την πράσινη μετάβαση. Η πολιτεία οφείλει να τα αξιοποιήσει για συστήματα αποθήκευσης ενέργειας και αναβάθμιση των δικτύων, ώστε να επιτευχθεί μόνιμη μείωση της τιμής του ηλεκτρισμού, αντί να μετακυλίει το κόστος των καθυστερήσεων στους καταναλωτές μέσω υψηλότερου ΦΠΑ. Επίσης, μέρος των εσόδων από τους ρύπους θα μπορούσε να επιχορηγήσει στοχευμένα τους λογαριασμούς του ηλεκτρισμού.

Συμπεράσματα

Η παραμονή του ΦΠΑ στο 5% δεν αποτελεί κυβερνητική χάρη, αλλά μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και αναγκαίο αντιστάθμισμα προς τους καταναλωτές μέχρι να υπάρξουν μετρήσιμα στοιχεία ενδεχόμενης μείωσης του κόστους του ηλεκτρισμού από:

  • την έλευση και αξιοποίηση του φυσικού αερίου,
  • την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης και την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ΑΠΕ,
  • τη λειτουργία αγοράς ηλεκτρισμού που θα μεταφέρει πραγματικό όφελος στον καταναλωτή.

Ο καταναλωτής δεν μπορεί να πληρώνει ταυτόχρονα το κόστος των ενεργειακών καθυστερήσεων (υγρά καύσιμα και ρύποι) και αυξημένο φόρο πάνω σε αυτό. Η ημερομηνία λήξης ενός προσωρινού μέτρου δεν αποτελεί ενεργειακή πολιτική. Το αποτέλεσμα στον λογαριασμό ηλεκτρισμού είναι αυτό που μετρά. Πρώτα η πολιτεία μειώνει το πραγματικό κόστος του ηλεκτρισμού και μετά επανεξετάζει το φόρο – όχι το αντίθετο.