ρΤο  εξώφυλλο αποτυπώνει την ιστορία και συνδέει τους αγώνες του Ελληνισμού. Αγώνες για εθνική ανεξαρτησία, την ελευθερία. Μάρκος Μπότσαρης, Παπαφλέσσας, Παύλος Μελάς και Γρηγόρης Αυξεντίου, ήταν μεταξύ εκείνων που καθόρισαν με τους αγώνες και τις θυσίες τους την πορεία του Ελληνισμού. Το  βιβλίο «Ανεκπλήρωτη Ρωμιοσύνη» (Εκδόσεις Στοχαστής), του δασκάλου Λαοκράτη Βάσση  αγγίζει τη διαχρονία, αλλά ταυτόχρονα είναι και επίκαιρο με τα όσα βιώνουμε την περίοδο αυτή που διανύουμε.

Ο συγγραφέας συνδέει το χθες με το σήμερα και αναδεικνύει τα οράματα και τους αγώνες που δεν εκπληρώθηκαν. Τα ανεκπλήρωτα οράματα του Ελληνισμού. Ποιος ευθύνεται και γιατί είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο από μόνο του.

Για τον Λαοκράτη έχω βαθιά εκτίμηση και αγάπη γιατί πέραν από τους αγώνες του, τις συνεχείς συγγραφικές παρεμβάσεις του, είναι ένας Άνθρωπος και δάσκαλος με συνέπεια αγνότητα. Το νέο του βιβλίο αγγίζει μεγάλους σταθμούς της ιστορίας και προφανώς δεν το κάνει τυχαία. Συνδέει τους σταθμούς αυτούς, γιατί στην ιστορία τίποτε δεν μπορεί να είναι αποκομμένο και μετέωρο.

Όπως σημειώνει, η τραυματική πορεία της εθνικής μας αυτό/εκπλήρωσης, όπως αυτή σημαδεύτηκε από την έκβαση της Επανάστασης του ’21 που οδήγησε στην ανάπηρη ανεξαρτησία, αλλά και όπως επίσης, καθόλου τυχαία, οριστικοποιήθηκε με την ανεπανόρθωτη εθνική συμφορά του ’22, μας άφησε ως ταυτοτική κληρονομιά της, τα μεγάλα φορτία των ανεκπλήρωτων καημών.
Τρεις, λοιπόν, από τους μεγάλους αυτούς καημούς επιχειρεί να αναδείξει ο Λαοκράτης Βάσσης στο νέο του αυτό βιβλίο. Το κάνει με επίγνωση των σημερινών πραγματικοτήτων. Αναπόφευκτα, λοιπόν, αναμετράται με τον ιστορικό αναθεωρητισμό. Έναν κατ΄ εξακολούθηση αναθεωρητισμό, που εκφράζει στοχευμένα την ισοπέδωση για να εξυπηρετήσει πρωτίστως συμφέροντα και πολιτικές, που θέλουν να πλήξουν τον Ελληνισμό.

Όπως αναφέρεται στο βιβλίο, «οι τρεις αυτοί καημοί στους οποίους επικεντρώνει την προσοχή μας είναι: Πρώτον, το αξιακό διατακτικό που μας άφησε η νικηφόρα, πλην ανολοκλήρωτη Επανάσταση του 1821, ορίζοντας τις αναπαλλοτρίωτες ανεξαρτησιακές και αντιστασιακές συντεταγμένες του Ελληνισμού ως ταυτοτικό θεμέλιο της συλλογικής μας ψυχής και ως υπαρξιακή αναγκαιότητά μας. Δεύτερον, η αλήθεια για το Μακεδονικό. Γιατί ό,τι κι αν λέγεται, το ‘’Μακεδονικό’’ δεν λύθηκε. Αν λύση είναι το να βγει το κεντρί του ‘’μακεδονισμού’’ απ’ τη ράχη μας… Γιατί, δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί, με πειστική σοβαρότητα, πως η αφύσικη αναγνώριση, με την Συμφωνία των Πρεσπών, Βόρειας Μακεδονίας των… Μακεδόνων, με μακεδονική γλώσσα, μακεδονική ιθαγένεια και μακεδονικό λαό, που είναι η απόλυτη νομιμοποίηση του ‘’μακεδονισμού’’ συνιστά και λύση του προβλήματος. Τρίτον, τέλος, η ανοικτή πληγή της Κύπρου, όπου η ίαση του μεγάλου εθνικού τραύματος της διχοτομημένης Μεγαλονήσου είναι, αυτονόητα, υπαρξιακή εθνική αναγκαιότητα και απόλυτη εθνική προτεραιότητα. Χωρίς κανένα περιθώριο πονηρών επικαλύψεων, ελαστικοποιήσεων και ουδετεροποιήσεων, όπως στην σπαταλημένη μεταπολιτευτική πεντηκονταετία, με το ‘’η Κύπρος κείται μακράν’’».

Για την Κύπρο, για την οποία ο συγγραφέας δείχνει διαχρονικό ενδιαφέρον, οι αναφορές του είναι απόλυτα στοχευμένες. Άλλωστε ο Λαοκράτης Βάσσης δίνει στίγμα ψυχής: Ανήκει σε μια γενιά που διαμόρφωσε συνείδηση και ήθος ζωής στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις της δεκαετίας του 1960 για το Κυπριακό. Ανήκει επίσης σ’ εκείνους τους Ελλαδίτες, «που θέλω να πιστεύω ότι δεν είμαστε λίγοι, που ξέρουν καλά και δεν ξεχνούν πως  το τίμημα της δικής τους ελευθερίας (πτώση της χούντας) το πλήρωσε και το πληρώνει εξακολουθητικά η Κύπρος με το διχοτομημένο απ’ τις ορδές του Αττίλα κορμί της».

Στέκεται ιδιαίτερα σε μια διαμορφωμένη ιδεολογική προσέγγιση, που διαμορφώθηκε σε Ελλάδα και Κύπρο. Κατά τη δική μου άποψη, σε επίπεδο ελλαδικού πολιτικού συστήματος ( κόμματα, πολιτικάντηδες των πάνελ και οικονομική ελίτ), αυτή η ιδεολογική προσέγγιση είναι πλειοψηφική. Ξεκινώντας από το επιδερμικό ότι το Κυπριακό δεν πουλάει ( έχει αφετηρία τα ΜΜΕ) θα σημείωνα αυτά που ο ίδιος ο Λαοκράτης Βάσσης αναφέρει: «…Η  αφελληνιστική αποϊδεολογικοποίηση του Κυπριακού προβλήματος, που τέρπει από κάποιους ultra εκσυγχρονιστές, κάποιους ultra ευρωπαϊστές και τους πάσης φύσεως ξενέρωτους κοσμοπολίτες σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι όρος για την ελαστικοποίηση των συνειδήσεων και συνακόλουθα των χειρισμών, είναι όρος για τη χωρίς όρια- λογική του όσο όσο- συρρίκνωση των εθνικών διεκδικήσεων, όχι μόνο χωρίς πολιτικό και ηθικό κόστος, αλλά και με αδιάφορη ακόμη επιδοκιμασία από μια διαβρωτικά αλλοτριωμένη στο καζάνι του εκμαυλιστικού καταναλωτισμού κοινή γνώμη… Ξέρω πως οι ultra εκσυγχρονιστές ενοχοποιούν… ως εθνικιστικές τέτοιες σκέψεις, όπως ξέρουμε και τις «αυθόρμητες» αντιδράσεις τους…»

Ο συγγραφέας μέσα από το βιβλίο του, θέτει ένα ευρύτερο προβληματισμό καθώς είναι πρόδηλο ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει υπαρξιακό πρόβλημα. Και το  ερώτημα που τίθεται είναι το τι Ελλάδα έχουμε και τι Ελλάδα θέλουμε.  Δεν αρκεί να επιλέξουμε το προφανές, αλλά να εργασθούμε γι αυτό. Κι αυτό επείγει γιατί τα προβλήματα είναι πιεστικά. Είναι θέμα επιβίωσης. Και σε περιόδους διεθνούς ρευστότητας επιβάλλονται συλλογικές δράσεις.

Οι καθρέφτες του αξιακού- αντιστασιακού κώδικα της ψυχής του λαού

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη αυτή παρουσίαση με την αναφορά σε μια εύστοχη υποσημείωσή του. Σε αυτή ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι μύθοι και οι θρύλοι για τα αληθινά, πάντοτε, κατορθώματα του μεγάλου ξεσηκωμού του ’21, με δεδομένη την αγνότητα των… υπερβολών τους, είναι απ΄ τους καλύτερους καθρέφτες του αξιακού και αντιστασιακού ειδικότερα κώδικα της  ψυχής του λαού μας. Που έχει βαθιές τις ρίζες του στο παραδοσιακό πολιτιστικό πρότυπο και τους αιώνες πολιτισμού του Ελληνισμού: Όπου η  αξιακή «τάξη» και «κανονικότητα», υπερβαίνοντας τον ψυχρό ορθολογισμό, πορεύεται στους ρυθμούς της μαγικής μείξης του «λογισμού» και του ονείρου», που γεννάει «ελεύθερους πολιορκημένους». Είναι λογικό τελικά η επική αυτή διάσταση να μην χωράει αλλά και να μην γίνεται αποδεκτή από την μεταπρατική νεωτερική και νέο/ιστορική… ορθολογικότητα: Τα χαροπαλέματα του Διγενή, ο Νικοτσάρας που πολεμάει «με δυο και τρεις χιλιάδες», ο χορός του Ζαλόγγου, η Δέσπω, το «αποφασίσαμε ομοφώνως» των Εξοδιτών του Μεσολογγίου, τα ολοκαυτώματα του Αρκαδίου και του Μαχαιρά κι άλλα τέτοια παρόμοια, είναι ασυμβίβαστα με ένα πνεύμα «μάλιστα κύριε».

Ο συγγραφέας αναφέρει ότι με την υμνητική, όμως, αυτή «παρα-ιστορία» της λαϊκής ψυχής και της λαϊκής φαντασίας, με όλες τις επ΄αγαθώ υπερβάσεις των ορίων της λογικής και των ανθρώπινων μέτρων, όπως και με όλη την ποιητικότητα των υπερβολών της, αποτυπώνεται η αυθεντικότερη έκφραση του αγωνιστικού και αντιστασιακού πνεύματος και η βαθύτερη ταυτοτική υπόσταση του Ελληνισμού στην μακρά διαχρονία του.