Τη συζήτηση την ξεκίνησε ο Λαυρεντιάδης.

Ήταν απόλυτη ησυχία, η Λίτσα σκούπιζε τα τραπέζια για ακόμη μια ανώφελη μέρα στο Ζάλογγο όταν ο πρόεδρος κατέβασε ελαφρά την εφημερίδα του δίδοντας το έναυσμα.

«Δεσποινίς Λίτσα, ξέρεις εγώ σε βλέπω σαν αδερφή μου». Η λέξη «αδερφή» την εξαγρίωσε, το κατάπιε όμως ή μάλλον το καταχώρησε στον κατάλογο με τα πολλά πταίσματα του γηραιού θεολόγου. «Τι αδερφή, ρε λείψανο, που με περνάς τριάντα χρόνια!» ήθελε να του πει. Πρυτάνευσε ωστόσο η ευπρέπεια και κυρίως η περιέργεια να ακούσει τι στην ευχή θα της έλεγε.

«Μην με παρεξηγήσεις αλλά… μ’ αυτόν τον κύριο, τον εθνικόφρονα, που πήγατε στην Πάφο… ήθελα να σε ρωτήσω, με αγάπη πάντα, πώς πάει η σχέση σας… να ξέρεις ότι εγώ θέλω να σε βλέπω χαρούμενη».

Υπήρξε τότε μια ανατροπή μέσα της διότι ένιωσε ότι ο άλλος το εννοούσε. Δεν ήταν δηλαδή μια τυπική κουβέντα, ούτε μια προσπάθεια να εκμαιεύσει υλικό για κουτσομπολιό.

Του ανέφερε ότι το βράδυ θα πήγαιναν στο σινεμά για να δουν μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. «Δεν έχει σημασία η ταινία, αγαπητή μου, αλλά ο χώρος που, με όλο το θάρρος, θα σας φέρει πιο κοντά».

Θυμήθηκε όταν ήταν φοιτητής στην Αθήνα, σε κάποιο απ’ τα πρώτα ραντεβού με τη μετέπειτα σύζυγό του, την Αφροδίτη της Σύρου, είχαν πάει στον κινηματογράφο «Απόλλων» επί της οδού Σταδίου «ιστορικός κινηματογράφος των Αθηνών».

Εκεί, μέσα στο σκοτάδι, της έπιασε για πρώτη φορά το αριστερό χέρι «πρέπει να του δώσεις ένα νεύμα, δεσποινίς Λίτσα, για να κάνει την κίνηση». «Τι νεύμα, χριστιανέ μου;», «το νεύμα της διαθεσιμότητας».

«Μα έχουμε κάνει πράγματα, τι νεύμα να δώσω τώρα πια», «το νεύμα ότι θες να κάνεις… πιο προωθημένα πράγματα».

Ο Λαυρεντιάδης είχε ένα δίκιο. Του ζήτησε να επεκταθεί. «Θα ήταν καλό να βρεις τον τρόπο να του δείξεις ότι τον θέλεις, ότι τον ποθείς. Άμα περάσεις το μήνυμα, η δουλειά είναι τελειωμένη… ως άντρας θα αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, σ’ το υπογράφω και με τα δυο μου χέρια».

«Σ’ ευχαριστώ, πρόεδρε, η συζήτηση παραδόξως ήταν χρήσιμη». Του έφερε ανταποδοτικά πέντε τυροπιτάκια που είχαν ξεμείνει από προχθές. Τα καταβρόχθισε αυθωρεί και παραχρήμα, λησμονώντας και τριγλυκερίδια και διαβήτη.  

Στη Λίτσα πάντως κατέστη σαφές ότι οφείλει να εντείνει την πουτανοπρέπειά της, ούτως ειπείν, ώστε να γίνει επιτέλους ολοκληρωμένα το επιθυμητόν. Να γίνει δηλαδή μια σεξουαλική πράξη με αρχή, μέση και τέλος. Όπως η ταινία στο σινεμά. Αυτά δεν είναι δικά μου, τα έγραψε η ίδια στο μπλοκάκι της και κατόπιν τα διάβασε στη Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Μάλιστα.

Το απομεσήμερο που είχε αδειάσει το ψυχιατρείο στάθηκε μπροστά στο πορτρέτο της μεγάλης μας ναυάρχου και της τα είπε όλα χαρτί και καλαμάρι. Όταν είπε την τελευταία φράση «για να γίνει επιτέλους ολοκληρωμένα το επιθυμητό» κατάλαβε ότι κάποιος βρισκόταν πίσω της.

Γύρισε και είδε ένα παιδί γύρω στα είκοσι πέντε. «Καλησπέρα, κυρία Σάμαλη». Πού την ήξερε; Η χροιά της φωνής του τής ήταν οπωσδήποτε οικεία. «Γνωριζόμαστε;» τον ρώτησε. «Και ναι και όχι» απάντησε σιβυλλικά εκείνος.

Η Λίτσα άρχισε να θυμώνει, ήταν ακόμη ταραγμένη κι απ’ τον τρόπο που είχε σταθεί πίσω της, «είτε γνωρίζεις κάποιον, καμάρι μου, είτε αγνοείς την ύπαρξή του, ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει». «Με γνωρίζετε ως φωνή, όχι ως πρόσωπο». Μα, ναι, κάτι της θύμιζε εξαρχής αυτή η ιδιάζουσα φωνή, η ανδρική, η γυναικεία, η ανθρώπινη. «Είμαι ο αρχηγός της χορτοφαγικής και ακτιβιστικής κολεκτίβας Σουρουσούιλα. Εγώ απείλησα το Ζάλογγο τηλεφωνικά, εγώ έσπασα το τζάμι σας».

Από τη μία ήθελε να τον χαστουκίσει, από την άλλη να του φτιάξει ένα τοστ γιατί ήταν  πολύ αδύνατος ο καημένος. «Ήταν λάθος, γι’ αυτό θέλησα να σας ζητήσω συγγνώμη και να σας προτρέψω να με καταγγείλετε στην Αστυνομία.

Είμαι ο Αντώνης Παστέλης, άλλως Αντόν Παστέλ». «Εσύ, χρυσέ μου, είσαι φτερό στον άνεμο, δεν είσαι για καταγγελία, είσαι για ανθρωπιστική βοήθεια!» Ο νεαρός την ευχαρίστησε υποσχόμενος πως η κολεκτίβα δεν θα απειλήσει ξανά το Ζάλογγο «ειδικά όσο είστε εσείς εδώ». Δεν ήταν απροϋπόθετη η παύση του πυρός.

Η Λίτσα έθεσε έπειτα ένα απροσδόκητο ερώτημα. Αν θελήσει κάποτε να κάνει μια δολιοφθορά σε κάποια «Λερναία Ύδρα», εννοούσε τη σύζυγο του πρωτότοκου υιού της,  «θα μου κάνει η Σουρουσούιλα την εξυπηρέτηση;».

«Ό,τι θέλει η κυρία Λίτσα» τη διαβεβαίωσε ο νεαρός βάζοντας με επιδεξιότητα lip gloss.     

Ελεύθερα, 05.07.2026