Σε μια απομονωμένη, βαθιά θρησκευόμενη επαρχιακή πόλη της Αυστραλίας, δύο έφηβοι, ο Naim και ο Ryan, ανακαλύπτουν πως η μεταξύ τους έλξη είναι κάτι παραπάνω από μια απλή φιλία. Όταν το μυστικό τους αρχίζει να βγαίνει στην επιφάνεια, καταλήγουν στα χέρια ενός τοπικού «θεραπευτή» της εκκλησίας, σε μια σκοτεινή τελετή που θυμίζει πρακτικές θεραπείας μεταστροφής.
Το αποτέλεσμα, όμως, δεν είναι η «κάθαρση», αλλά μια θανατηφόρα κατάρα: Ένα βίαιο, υπερφυσικό ον αρχίζει να τους κυνηγάει. Το πραγματικά σαδιστικό twist; Η οντότητα αυτή παίρνει τη μορφή του ανθρώπου που επιθυμούν περισσότερο – δηλαδή, ο ένας του άλλου. Για να επιβιώσουν, πρέπει να μείνουν μακριά, παλεύοντας τόσο με το τέρας όσο και με τα ίδια τους τα καταπιεσμένα συναισθήματα.
Αν το «It Follows» (2014) μετέτρεψε το σεξουαλικά μεταδιδόμενο άγχος σε έναν αξέχαστο κινηματογραφικό εφιάλτη, το «Leviticus» του πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και σεναριογράφου, Adrian Chiarella, παίρνει τη σκυτάλη, για να μιλήσει για τον τρόμο της καταπίεσης και της ομοφοβίας. Είναι μια ταινία που χρησιμοποιεί τους κανόνες του είδους για να κάνει ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο, αν και συχνά το ρομάντζο και το ανθρώπινο δράμα επισκιάζουν τον καθαρόαιμο τρόμο.
Ο πυρήνας της ταινίας είναι βαρύς και ουσιαστικός με ξεκάθαρη την αλληγορία: Η κοινωνία και η θρησκευτική μισαλλοδοξία σε διδάσκουν να φοβάσαι αυτό που είσαι, μετατρέποντας την ταυτότητα και την επιθυμία σου σε πραγματικό τέρας. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίος ο τίτλος. Το «Λευιτικόν» είναι το τρίτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο περιέχει τα εδάφια που χρησιμοποιούνται ιστορικά και συχνότερα από τους θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, για να καταδικάσουν την ομοφυλοφιλία. Ωστόσο, το σενάριο μερικές φορές γίνεται υπερβολικά επεξηγηματικό, χάνοντας την ευκαιρία να αφήσει το υπονοούμενο να αναπνεύσει.
Παρά τις καλές προθέσεις, για μια ταινία που πραγματεύεται τη σεξουαλική καταπίεση και το νεανικό πάθος, η προσέγγιση είναι ίσως υπερβολικά «αγνή», αποφεύγοντας να γίνει πραγματικά τολμηρή. Ο Chiarella χτίζει εξαιρετικά το κλειστοφοβικό περιβάλλον με τη στείρα, βιομηχανική, γοτθική παρακμή των αυστραλιανών προαστίων, με τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια και τις καπνοδόχους.
Ο ρυθμός είναι βραδυφλεγής και η διάρκεια σφιχτή (μόλις 88 λεπτά), όμως παρόλα αυτά, η μυθολογία της οντότητας είναι αρκετά πιο μπερδεμένη και λιγότερο αποτελεσματική σε σχέση με τις προφανείς επιρροές της, αφήνοντας το τρίτο μέρος να χάνει ελαφρώς τη δυναμική του πριν από το φινάλε.

Ο Joe Bird (ως Naim) δίνει μια ερμηνεία που φωνάζει «ανακάλυψη της χρονιάς» από μακριά, αιχμαλωτίζοντας την αφέλεια, τον πόνο και την αμηχανία της πρώτης, απαγορευμένης αγάπης. Η χημεία του με τον Stacy Clausen (Ryan), ο οποίος αναλαμβάνει έναν πιο σκοτεινό, μαγνητικό ρόλο, είναι ηλεκτρισμένη και απόλυτα πιστευτή. Η Mia Wasikowska, στον ρόλο της μητέρας του Naim, φέρνει το απαραίτητο ειδικό βάρος, αν και ο χαρακτήρας της παραμένει αναξιοποίητος σεναριακά.
Το «Leviticus» είναι ένα τίμιο, ατμοσφαιρικό ντεμπούτο που λειτουργεί πολύ καλύτερα ως ένα σκοτεινό, ρομαντικό δράμα ενηλικίωσης με υπερφυσικούς τόνους παρά ως καθαρόαιμη ταινία τρόμου, όμως παρά τις σεναριακές του αδυναμίες, βλέπεται με ενδιαφέρον, κυρίως χάρη στη δύναμη των πρωταγωνιστών του.
- INFO Η ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους RIO CINEMAS και K CINEPLEX. Διάρκεια: 88’