Να φωτίζει όσα η εξουσία προτιμά να παραμένουν στο σκοτάδι. Αυτή είναι η αποστολή του Solomon, του ελληνικού μη κερδοσκοπικού οργανισμού ανεξάρτητης δημοσιογραφίας που έχει διακριθεί διεθνώς για τις αποκαλύψεις του. Η διευθύντριά του, Ηλιάνα Παπαγγελή, μας μιλά για τις πολύμηνες έρευνες, τα ζητήματα προσωπικής ασφάλειας, τις νομικές πιέσεις αλλά και την αξία της ερευνητικής δημοσιογραφίας όταν επαναφέρει την ανθρώπινη διάσταση σε περιπτώσεις που η πολιτική και δημόσια συζήτηση τη θέτουν στο περιθώριο.
Σε μια εποχή όπου η εμπιστοσύνη προς τα μέσα ενημέρωσης δοκιμάζεται και οι πιέσεις προς την ανεξάρτητη δημοσιογραφία εντείνονται, το Solomon έχει επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο: να επενδύει σε έρευνες που κοιτάζουν εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και στους ανθρώπους που επηρεάζονται από αυτήν, αλλά και ποιοι μηχανισμοί, ποια συμφέροντα και ποιες παραβιάσεις του δικαίου βρίσκονται πίσω από αυτό το κόστος. Ξεκίνησε το 2016, στην κορύφωση της προσφυγικής κρίσης, εστιάζοντας στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα ελληνικά και ευρωπαϊκά σύνορα. Σήμερα, ερευνά υποθέσεις διαφθοράς, κρατικής λογοδοσίας, περιβαλλοντικών ζητημάτων και θεμάτων διαφάνειας, φωτίζοντας ιστορίες που δύσκολα θα έβρισκαν χώρο αλλού. Η διευθύντριά του, Ηλιάνα Παπαγγελή, άφησε την ακαδημαϊκή έρευνα αναζητώντας έναν τρόπο ώστε η γνώση να αποκτήσει άμεσο κοινωνικό αντίκτυπο. Για την ίδια, η ερευνητική δημοσιογραφία είναι πρωτίστως εργαλείο δημοκρατικού ελέγχου και διαφάνειας. Μια αρχή που έχει οδηγήσει το Solomon σε σημαντικές διεθνείς διακρίσεις, από το Βραβείο Δημοσιογραφίας Daphne Caruana Galizia του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το 2023 για τη διασυνοριακή έρευνα γύρω από το ναυάγιο της Πύλου και το Special Award των European Press Prize 2024 για την έρευνα «Αγνώστων στοιχείων: Πάνω από 1.000 αταυτοποίητοι τάφοι στα ευρωπαϊκά σύνορα», μέχρι το πρόσφατο European Press Prize 2026 για την έρευνα «Ασυνόδευτα παιδιά κοιμούνται στο πάτωμα σε βάρδιες στα “πρότυπα” καμπ της Ελλάδας. Η ΕΕ γνωρίζει».
Πότε αντιλήφθηκες ότι η ιστορία δεν ήταν μόνο οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των ανηλίκων, αλλά η γνώση και η συνενοχή των ευρωπαϊκών θεσμών;
Οι συνθήκες δεν είναι κάτι που είδαμε για πρώτη φορά. Το Solomon καλύπτει σταθερά αυτό το θέμα εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια. Έχουμε βρεθεί στη Μόρια, στις δομές των νησιών, στους δρόμους της Αθήνας, στα χωράφια της Μανωλάδας, στις διαδρομές της Βαλκανικής. Έχουμε δει από κοντά τις διαφορετικές εκδοχές μιας πραγματικότητας που επαναλαμβάνεται. Στη συγκεκριμένη έρευνα, μέσα από εσωτερικά έγγραφα που αποκτήσαμε με αιτήματα πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία, φωτογραφικό υλικό από οργανώσεις και δεκάδες συνεντεύξεις με παιδιά, δικηγόρους και ανθρώπους που εργάζονταν στις δομές, μπορέσαμε να δείξουμε ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι αρμόδιες αρχές γνώριζαν σε μεγάλο βαθμό τι συνέβαινε. Υπήρχε ενημέρωση, καταγραφές, επίγνωση της κατάστασης. Και νομίζω ότι είναι αυτή ακριβώς η επανάληψη που με αφήνει μερικές φορές σε μια αμηχανία την οποία δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ σε προσωπικό επίπεδο. Το 2021 είχαμε δημοσιεύσει την έρευνα «Τα Πρακτικά της Μόριας», η οποία, παρεμπιπτόντως, ήταν η έρευνα που έφερε για πρώτη φορά το Solomon υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Δημοσιογραφίας. Η έρευνα βασίστηκε σε ένα βιβλίο πρακτικών του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης, το οποίο βρήκαμε μέσα στα αποκαΐδια της καμένης Μόριας. Ήταν το βιβλίο που κρατούσαν καθημερινά οι εργαζόμενοι στην ασφαλή ζώνη της Μόριας, στο τμήμα του καταυλισμού όπου φιλοξενούνταν ασυνόδευτα ανήλικα παιδιά. Εκεί είδαμε το αδιανόητο να μετατρέπεται σε μια ακόμη εγγραφή σε ένα τετράδιο. Στη μία σελίδα καταγραφόταν η δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας ενός 14χρονου παιδιού και στην επόμενη η παραλαβή τροφίμων ή μια διοικητική διαδικασία. Όλοι γνώριζαν. Οι εργαζόμενοι, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, οι ελληνικές αρχές, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί. Και έπειτα, μετά τη δημοσίευση της έρευνας, και όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Και αυτό είναι ίσως που με συγκλονίζει περισσότερο όλα αυτά τα χρόνια. Το γεγονός ότι η γνώση υπάρχει. Κι όμως, παρά τη γνώση αυτή, οι ίδιες συνθήκες αναπαράγονται. Και μάλιστα για την πιο ευάλωτη κατηγορία ανθρώπων που διασχίζουν τα σύνορα: τα ασυνόδευτα παιδιά.

Το European Press Prize χαρακτήρισε την έρευνά σας παράδειγμα δημοσιογραφίας που αναδεικνύει την απόσταση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις για την προστασία των παιδιών και στην πραγματικότητα που βιώνουν. Η διεθνής αναγνώριση μπορεί να ασκήσει πίεση;
Νομίζω ότι για την ομάδα μας, μια έρευνα έχει πραγματικό αντίκτυπο όταν ενεργοποιεί ελεγκτικούς μηχανισμούς ή τη Δικαιοσύνη, όταν κινητοποιεί πολίτες να διεκδικήσουν κάτι που τους αφορά, όταν οδηγεί σε μια αλλαγή πολιτικής ή πρακτικής – ακόμη και όταν αναγκάζει έναν θεσμό να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που μέχρι τότε μπορούσε να αγνοεί. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια από τις στιγμές που θεωρήσαμε σημαντικές ήταν όταν πληροφορηθήκαμε ότι η δομή που ερευνήσαμε άδειασε προκειμένου να επισκευαστεί. Δεν έχω αυταπάτες ότι αυτό λύνει το συνολικό πρόβλημα. Όμως το γεγονός ότι μια έρευνα μπορεί να συμβάλει στο να γίνει ένας συγκεκριμένος χώρος ασφαλέστερος για τα παιδιά που ζουν εκεί, έστω και προσωρινά, έχει σημασία. Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να λύσει από μόνη της ένα συστημικό πρόβλημα. Μπορεί όμως να κάνει πιο δύσκολο το να παραμένει αόρατο και να συνεχίζεται χωρίς συνέπειες. Και ίσως αυτό είναι τελικά το πιο σημαντικό.

Στην ομιλία σου για το βραβείο Daphne Caruana Galizia που λάβατε το 2023 για την έρευνα «Μπροστά στις κλειστές κάμερες των Αρχών: Πεθαίνοντας στο βαθύτερο σημείο της Μεσογείου» είπατε ότι η τραγωδία της Πύλου μάς αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι σημαίνουν στην πράξη οι ευρωπαϊκές αξίες. Καταλήγοντας τότε δηλώσατε «ελπίζουμε ότι οι θάνατοι αυτοί δεν έχουν περάσει απαρατήρητοι και δεν θα μείνουν ατιμώρητοι». Πώς διαβάζεις σήμερα αυτή την ευχή;
Το ναυάγιο της Πύλου με τους πάνω από 600 νεκρούς έθεσε με πολύ σκληρό τρόπο το ερώτημα του τι σημαίνουν στην πράξη οι αξίες πάνω στις οποίες υποτίθεται ότι στηρίζεται η Ευρώπη – οι έννοιες της ανθρώπινης ζωής, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της λογοδοσίας και του κράτους δικαίου. Η έρευνά μας για την Πύλο προσπάθησε να εξετάσει όχι μόνο τι συνέβη εκείνη τη νύχτα, αλλά και τι ακολούθησε: τις διαδικασίες διερεύνησης, τις ευθύνες των αρχών, τα κενά στις απαντήσεις που δόθηκαν και την ανάγκη για λογοδοσία. Υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις, αντιφάσεις και προσπάθειες να μετατοπιστεί η συζήτηση κυρίως στους ανθρώπους που επέβαιναν στο σκάφος, αντί να εξεταστούν πλήρως οι ενέργειες και οι παραλείψεις των αρχών που είχαν την ευθύνη της διάσωσης. Σήμερα, η απάντηση στο ερώτημα αν οι θάνατοι αυτοί πέρασαν απαρατήρητοι είναι σύνθετη. Δεν πέρασαν απαρατήρητοι χάρη στη δουλειά δημοσιογράφων, ερευνητών, οργανώσεων και ανθρώπων που επέμειναν να κρατήσουν την υπόθεση στο δημόσιο ενδιαφέρον. Όμως η πλήρης λογοδοσία παραμένει μια διαρκής και μέχρι σήμερα ανολοκλήρωτη διαδικασία. Η απαλλαγή των εννέα Αιγύπτιων επιζώντων και οι ποινικές διώξεις σε 21 στελέχη, ήταν μια σημαντική εξέλιξη. Και όμως, βρισκόμαστε δυόμισι χρόνια μετά την Πύλο, ξανά αντιμέτωποι με μια πολύνεκρη τραγωδία στα ελληνικά θαλάσσια σύνορα, αυτή τη φορά στη Χίο. Και αναζητούμε ξανά απαντήσεις στα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα.

Ποια συμπεράσματα βγάζεις από αυτή την επανάληψη τραγωδιών;
Για χρόνια βλέπουμε ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στις ίδιες θαλάσσιες διαδρομές, κάτω από παρόμοιες συνθήκες. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, όπως συχνά παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο από τις Αρχές και τους υπευθύνους. Μιλάμε για ένα συστημικό πρόβλημα. Η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε έναν χώρο όπου η διαχείριση των συνόρων συχνά φαίνεται να προηγείται της προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Κάθε νέα τραγωδία συνοδεύεται από μια συζήτηση για τα κυκλώματα διακίνησης ως τους αποκλειστικούς υπαίτιους για τους αριθμούς, τις «ροές» ή την «παράτυπη μετανάστευση». Όμως πίσω από αυτές τις έννοιες υπάρχουν άνθρωποι που παίρνουν επικίνδυνες διαδρομές επειδή οι ασφαλείς και νόμιμες οδοί απλώς δεν υπάρχουν. Οποιαδήποτε πολιτική διαχείρισης των συνόρων πρέπει να έχει ως αφετηρία μια θεμελιώδη αρχή: η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να είναι διαπραγματεύσιμη. Ο ρόλος της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι να επιμένει σε αυτά τα ερωτήματα και να αναζητά απαντήσεις. Τι συνέβη; Ποια είναι τα γεγονότα και τα τεκμήρια; Ποιος είχε ευθύνη; Τι δεν λειτούργησε; Ποιοι μηχανισμοί επέτρεψαν να συμβεί ξανά;
Από τη σκλήρυνση των μεταναστευτικών πολιτικών μέχρι τη γενοκτονία στη Γάζα, παρατηρείς μια διεθνή μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η αξία της ανθρώπινης ζωής;
Στο μεταναστευτικό, πολύ συχνά η δημόσια συζήτηση ξεκινά από το ερώτημα αν κάποιος είναι «νόμιμος» ή «παράτυπος», αν έχει τα σωστά έγγραφα, αν βρίσκεται στη σωστή πλευρά των συνόρων. Εγκυμονεί έτσι ο κίνδυνος να ξεχάσουμε ότι πριν από οποιαδήποτε διοικητική κατηγορία υπάρχει ένας άνθρωπος. Ένα άτομο που έχει δικαιώματα, που έχει μια ιστορία και που βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη συνθήκη. Αυτό που βλέπουμε διεθνώς – από τους θανάτους στα σύνορα μέχρι τη γενοκτονία στη Γάζα, αλλά και τη γενικότερη άνοδο πολιτικών πρακτικών και λόγων που παρουσιάζουν ολόκληρες ομάδες ανθρώπων ως απειλή – είναι η δημιουργία μιας ιεράρχησης της ανθρώπινης αξίας: ποια ζωή θεωρείται ότι αξίζει μεγαλύτερη προστασία και ποια μπορεί πιο εύκολα να αγνοηθεί. Η αξία της ερευνητικής δημοσιογραφίας είναι να επιστρέφει την ανθρώπινη διάσταση εκεί όπου η δημόσια συζήτηση συχνά την αφαιρεί, να εξετάζει τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών και να διασφαλίζει ότι οι άνθρωποι δεν μετατρέπονται σε στατιστικές ή αντικείμενα δημόσιας αντιπαράθεσης. Από την άλλη, και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο βασική συνεισφορά της ερευνητικής δημοσιογραφίας, οφείλει να ερευνά και να φωτίζει τους μηχανισμούς που παράγουν αυτό το ανθρώπινο κόστος. Ποιοι είναι οι θεσμοί και οι άνθρωποι που λαμβάνουν τις αποφάσεις; Πώς λειτουργούν τα συστήματα εξουσίας; Υπάρχει διαφθορά, συγκάλυψη, παραβίαση του νόμου ή των θεμελιωδών δικαιωμάτων; Ποιοι λογοδοτούν και ποιοι όχι; Η δημοσιογραφία πρέπει να κοιτάζει εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στην εξουσία και στους ανθρώπους που επηρεάζονται από αυτήν.

Ζούμε σε μια εποχή όπου τα μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν έντονες οικονομικές και άλλες εξαρτήσεις. Πώς διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του Solomon;
Στην Ελλάδα, το μιντιακό τοπίο χαρακτηρίζεται από μια σειρά εξαρτήσεων. Οι μεγάλοι μιντιακοί όμιλοι ανήκουν σε ισχυρούς επιχειρηματίες, των οποίων η βασική δραστηριότητα βρίσκεται συνήθως αλλού. Άλλωστε, τα ίδια τα μέσα ενημέρωσης σπάνια αποτελούν από μόνα τους μια ιδιαίτερα επικερδή επιχειρηματική δραστηριότητα και αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς καλύπτονται ζητήματα που αγγίζουν ισχυρά οικονομικά ή πολιτικά συμφέροντα. Προσθέστε σε αυτό την εξάρτηση πολλών μέσων από τη διαφημιστική αγορά, αλλά και τις στενές σχέσεις που μπορεί να αναπτύσσονται με πολιτικά κέντρα εξουσίας, και προκύπτει ένα περιβάλλον που αντικειμενικά δημιουργεί πιέσεις και περιορισμούς. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι δεν κάνουν τη δουλειά τους με επαγγελματισμό ή ότι δεν υπάρχουν σπουδαία παραδείγματα ρεπορτάζ και ερευνών μέσα σε αυτά τα μέσα. Σημαίνει όμως ότι εργάζονται μέσα σε ένα πλαίσιο που μπορεί να επηρεάσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται η δημοσιογραφία. Το Solomon είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Είμαστε ένας μικρός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός ανεξάρτητης δημοσιογραφίας, χωρίς αόρατους ιδιοκτήτες ή επιχειρηματικά συμφέροντα. Χρηματοδοτούμαστε από ιδρύματα που στηρίζουν την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, καθώς και από συνδρομές και δωρεές των αναγνωστών μας. Κανένας χρηματοδότης δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στις δημοσιογραφικές μας αποφάσεις. Το editorial είναι απολύτως ανεξάρτητο και δεν λαμβάνουμε χρηματοδότηση από κυβερνήσεις, πολιτικά κόμματα ή εταιρείες.
Τι κάνει μια ιστορία άξια πολύμηνης έρευνας;
Οι πόροι μας, σαφώς, δεν είναι απεριόριστοι και αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε ταυτόχρονα όσες έρευνες θα θέλαμε. Υπάρχουν πολύ περισσότερες ιστορίες που αξίζει να ειπωθούν από όσες μπορούμε πραγματικά να αναλάβουμε. Οπότε κάθε επιλογή είναι και μια απόφαση για το πού θα επενδύσουμε χρόνο, ανθρώπους και χρήματα. Το πρώτο και βασικό μας κριτήριο είναι πάντα το δημόσιο συμφέρον. Αφορά αυτή η ιστορία πολλούς ανθρώπους; Αποκαλύπτει κάτι που οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν; Φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η εξουσία, διαχειρίζεται το δημόσιο χρήμα ή επηρεάζονται θεμελιώδη δικαιώματα; Αν η απάντηση είναι ναι, τότε προχωράμε. Και μαζί με αυτό λειτουργεί πάντα ένας ακόμη παράγοντας: αν πιστεύουμε ότι, αν δεν την κάνουμε εμείς αυτή την έρευνα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να μη γίνει αλλού, τότε θεωρούμε ότι έχουμε ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη να την αναλάβουμε. Το δεύτερο κριτήριο είναι αν μπορούμε να την τεκμηριώσουμε, αν υπάρχει η δυνατότητα να βρούμε έγγραφα, δεδομένα, μαρτυρίες και ανεξάρτητες πηγές που να μας επιτρέπουν να αποδείξουμε όσα θα δημοσιεύσουμε. Στην ερευνητική δημοσιογραφία, η υποψία μπορεί να είναι η αφετηρία της έρευνας, αλλά ποτέ το τελικό προϊόν της.
Αγγίζετε ισχυρά συμφέροντα σε ιδιαίτερα δύσκολα περιβάλλοντα, απορρίπτοντας τις επίσημες αφηγήσεις. Όταν μια έρευνα αναδεικνύει πιθανές ευθύνες της αστυνομίας ή άλλων κρατικών αρχών, αισθάνεστε ότι υπάρχουν επαρκείς θεσμικές εγγυήσεις για την προστασία σας;
Νομίζω ότι για να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση, πρέπει πρώτα να δει το ευρύτερο πλαίσιο. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια καταγράφει μια σταθερά προβληματική εικόνα ως προς την ελευθερία του Τύπου. Το επισημαίνουν διεθνείς οργανισμοί, όπως οι Reporters Without Borders, που καταγράφουν ζητήματα όπως οι στρατηγικές αγωγές κατά δημοσιογράφων (SLAPPs), οι παρακολουθήσεις, η βία απέναντι σε φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφους κατά την κάλυψη γεγονότων, αλλά και το γεγονός ότι η δολοφονία του Γιώργου Καραϊβάζ παραμένει ένα ανοιχτό τραύμα για τη δημοσιογραφική κοινότητα και μια υπενθύμιση ότι η ασφάλεια των δημοσιογράφων και η απόδοση δικαιοσύνης δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες. Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο εργαζόμαστε κι εμείς. Το 2021 αποκαλύφθηκε ότι ο συνάδελφός μας, Σταύρος Μαλιχούδης, είχε τεθεί υπό παρακολούθηση από την ΕΥΠ εξαιτίας της δημοσιογραφικής του δουλειάς. Από τότε –και, για να είμαι ειλικρινής, πολλές φορές αισθάνομαι ότι αυτά τα λίγα χρόνια χωρούν δυσανάλογα πολλές εμπειρίες– έχουμε βρεθεί αντιμέτωπες με διαφορετικές μορφές πίεσης: κυβερνοεπιθέσεις, προσπάθειες εξαγοράς, εξώδικα, νομικές απειλές. Αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, υπάρχει ενεργή δικαστική υπόθεση εναντίον μας από τον αντιδήμαρχο Πειραιά, ο οποίος μας κατηγορεί για συκοφαντική δυσφήμιση. Παράλληλα, έχουμε υπάρξει επανειλημμένα στόχος δημόσιας απαξίωσης από κυβερνητικά στελέχη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έχει αμφισβητήσει δημόσια ακόμη και το αν είμαστε δημοσιογράφοι. Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον στοιχείο της σημερινής συνθήκης. Είναι μια μορφή απονομιμοποίησης που βλέπουμε όλο και συχνότερα. Αν η δημοσιογραφία σου δεν χωράει στο κυρίαρχο σύστημα ενημέρωσης, αν ερευνά ζητήματα που είναι άβολα για την εξουσία ή για ισχυρά συμφέροντα, τότε δεν επιχειρείται μόνο να αμφισβητηθούν τα ευρήματά σου. Επιχειρείται να αμφισβητηθεί η ίδια η δημοσιογραφική σου ιδιότητα. Όλα αυτά, προφανώς, δημιουργούν πίεση. Σε κάνουν να σκέφτεσαι περισσότερο την ασφάλεια των συνεργατών σου, των πηγών σου και των ψηφιακών σου υποδομών. Δεν θα έλεγα όμως ότι μας έχουν κάνει πιο διστακτικές. Αντίθετα, μας έχουν κάνει πιο προσεκτικές, πιο οργανωμένες και ακόμη πιο πεπεισμένες ότι η ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογραφία είναι αναγκαία. Αν οι έρευνες που αφορούν το δημόσιο συμφέρον εγκαταλείπονται επειδή συνοδεύονται από κόστος ή πιέσεις, τότε τελικά αυτό που περιορίζεται δεν είναι μόνο η ελευθερία του Τύπου. Είναι το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν.

Καλύπτετε επί χρόνια ιστορίες που αφορούν θανάτους, πολέμους, προσφυγιά και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πώς διαχειρίζεστε την ψυχολογική επιβάρυνση;
Αυτό είναι ένα κομμάτι της δημοσιογραφίας που για πολλά χρόνια δεν συζητιόταν αρκετά. Υπήρχε συχνά η αντίληψη ότι ο δημοσιογράφος πρέπει απλώς να «αντέχει», να συνεχίζει στην επόμενη αποστολή ή έρευνα και να αφήνει στην άκρη όσα έχει δει και ακούσει. Ακόμα και αν αυτά είναι έκθεση σε θάνατο, βία, πόλεμο, εκτοπισμό και παραβιάσεις δικαιωμάτων. Ταυτόχρονα, η επιβάρυνση προέρχεται και από τον τρόπο με τον οποίο καλούμαστε να κάνουμε τη δουλειά μας, όπως είναι οι νομικές απειλές, οι ψηφιακές επιθέσεις ή ακόμη και ζητήματα προσωπικής ασφάλειας. Πρακτικά, έχουμε προσπαθήσει να δημιουργήσουμε συγκεκριμένες δομές υποστήριξης μέσα στην ομάδα. Οργανώνουμε κάθε χρόνο retreats, καλύπτουμε ατομικές συνεδρίες ψυχολογικής υποστήριξης για τα μέλη. Ως γυναίκα σε θέση ευθύνης, πιστεύω πολύ σε ένα μοντέλο διαχείρισης μιας δημοσιογραφικής ομάδας που ενημερώνεται από φεμινιστικές πρακτικές: από την ιδέα ότι η εργασία δεν γίνεται από αποσυνδεδεμένους ανθρώπους, αλλά από ανθρώπους με όρια, ανάγκες, ευθύνες και συναισθηματικό φορτίο. Τα τελευταία χρόνια το Solomon έχει εξελιχθεί σε μια ομάδα με πλειοψηφία θηλυκοτήτων, και αυτό έχει επηρεάσει αναπόφευκτα όχι μόνο το πώς δουλεύουμε δημοσιογραφικά, αλλά και το πώς αντιλαμβανόμαστε την ίδια την εργασία μας.
Τι είναι αυτό που συνεχίζει να σε κινητοποιεί;
Η πεποίθηση ότι η ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογραφία είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ. Για να φέρνει στο φως στοιχεία, να τεκμηριώνει γεγονότα, να δημιουργεί δημόσιο διάλογο και να συμβάλλει ώστε όσοι λαμβάνουν αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές μας να καλούνται να λογοδοτήσουν. Γιατί έχει τη δύναμη να κάνει πολύ πιο δύσκολο για την εξουσία να λειτουργεί στο σκοτάδι.
Ελεύθερα, 26.07.2026