Ο βραβευμένος πεζογράφος και άνθρωπος του βιβλίου, μιλά για την τυχαία συνάντησή του με τη λογοτεχνία, τις «Τσίχλες ταξιδίου», τους αθέατους ήρωες που κατοικούν στα βιβλία του και τη ζωή που ονειρεύτηκε από παιδί.
Με τον Μάκη Τσίτα μεγαλώσαμε στην ίδια πόλη. Έχω την αίσθηση, όμως, πως ο καθένας κουβαλά -και θα κουβαλά για πάντα- τα δικά του Γιαννιτσά. Στη νέα του συλλογή διηγημάτων «Τσίχλες ταξιδίου», που συμπυκνώνει τριάντα χρόνια γραφής, επιστρέφει σε γνώριμους ανθρώπους και τόπους, σ’ εκείνες τις μικρές ζωές που παλεύουν να κρατηθούν όρθιες απέναντι στη ματαίωση, την απώλεια, τη μοναξιά ή την αθόρυβη καθημερινότητα. Εκείνο το αγόρι που κουβαλούσε ροδάκινα με το αγροτικό ανακάλυψε στη λογοτεχνία, εντελώς μοιραία, την άλλη ζωή που έμελλε να ζήσει. Σήμερα είναι διακεκριμένος συγγραφέας και άνθρωπος που εδώ και χρόνια βρίσκεται στον πυρήνα της βιβλιοπαραγωγής, ως διευθυντής του Diastixo.gr. Ο Τσίτας διαβάζει αδιάκοπα τις ιστορίες των άλλων. Στις δικές του, ωστόσο, εξακολουθεί να επιστρέφει στους ανθρώπους που συνήθως περνούν απαρατήρητοι: στους μικροαστούς, στους αδικαίωτους, σε όσους δεν γίνονται πρωτοσέλιδα αλλά κουβαλούν ολόκληρη τη ζωή μέσα στις μικρές τους ήττες και στις αθόρυβες αντοχές.
» Το τελευταίο μου βιβλίο «Τσίχλες ταξιδίου» βρίθει από εικόνες και μνήμες από τα Γιαννιτσά και την παιδική μου ηλικία. Αντλώ συνέχεια από εκείνη την εποχή. Εικόνες και βιωμένες εμπειρίες με ακολουθούν συνέχεια. Και στα όνειρά μου επέστρεφα, πολλές φορές, ιδίως τον πρώτο καιρό, παρά το γεγονός ότι έφυγα απολύτως συνειδητά. Έβλεπα τον εαυτό μου να κυκλοφορεί στους δρόμους του χωριού μου, της Αξού. Πατρίδα μας είναι η παιδική ηλικία, λέει το γνωμικό. Αυτή μας καθορίζει. Νομίζω ότι στα δικά μου γραπτά αυτό αποτυπώνεται έντονα.
» Τη λογοτεχνία την ανακάλυψα τυχαία, στην κυριολεξία. Στην Αξό δεν υπήρχε βιβλιοθήκη και στο σπίτι μας δεν είχαμε βιβλία, ούτε καν εφημερίδες. Ο πατέρας μου ήταν νταλικιέρης κι έλειπε συχνά, η μητέρα μου δεν διάβαζε ούτε περιοδικά. Κάποια στιγμή ήταν να πάω με τον πατέρα μου σ’ ένα μεγάλο ταξίδι με την νταλίκα και κάποιοι φίλοι μου είχαν πει ότι τα ταξίδια αυτά είναι βαρετά, περιμένεις ώρες σε διάφορα μέρη να φορτώσεις και να ξεφορτώσεις. Στο κοινοτικό κατάστημα του χωριού είχα δει προηγουμένως κάτι βιβλία σε μια μικρή βιβλιοθήκη κι έμεινα έκπληκτος όταν η υπάλληλος μού εξήγησε ότι μπορούσα να δανειστώ. Δεν είχα ιδέα! Έτσι, πήγα και πήρα, στην τύχη, την «Αιολική Γη» του Ηλία Βενέζη. Βιβλίο ταιριαστό και οικείο, μιλούσε για τη Μικρά Ασία κι εγώ είμαι στην καταγωγή 100% Καππαδόκης κι από τους τέσσερις παππούδες μου. Μιλά για τη συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων, έχει μέσα εκφράσεις τουρκικές, που άκουγα από τη γιαγιά μου. Το τελείωσα μονορούφι. Στις 15 μέρες που κράτησε το ταξίδι το διάβασα δύο φορές και ανυπομονούσα για το επόμενο.
» Έσπευσα στη βιβλιοθήκη και πήρα, τυχαία πάλι, το «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Είναι να σε θέλει! Ο Μενέλαος Λουντέμης είχε ζήσει στην κοντινή μας Έδεσσα, είχε μεγαλώσει στον Εξαπλάτανο Αλμωπίας. Και μιλά για ένα παιδί που αγαπούσε τα βιβλία. Ό,τι πρέπει για την ηλικία που ήμουν, 13 ετών. Τα δικά μου βιώματα και το ντόπιο στοιχείο συνδυάστηκαν με το πανηγύρι των λέξεων. Εκεί συνειδητοποίησα την έλξη και τη ροπή μου προς το βιβλίο. Άνοιξαν οι ορίζοντες και κατάλαβα ότι αυτό που ζω δεν είναι παρά ένα μικρό κομμάτι της ζωής που με περιμένει παραέξω. Δεν μπορούσα να το καθορίσω, αλλά το ένιωθα. Ήταν μια ανησυχία, σαν να με περίμενε ένα μεγάλο ταξίδι. Αυτό μού το προκάλεσε η λογοτεχνία -και δεν εννοώ τα σχολικά βιβλία, αν και ήμουν καλός και επιμελής μαθητής.
» Ίσως να έγινα συγγραφέας γιατί ήμουν γιος και εγγονός καλών αφηγητών. Ήταν κι η μάνα μου κι ο πατέρας μου, ήταν κυρίως η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα μου κι ο παππούς από την πλευρά της μητέρας μου. Οι πρώτες ιστορίες που άκουσα ήταν απ’ αυτούς και τις απολάμβανα. Ένας από τους λόγους που γράφω είναι επειδή μ’ αρέσει να διηγούμαι ιστορίες. Ο κυριότερος, όμως, είναι ότι δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά. Γράφω με την ίδια λογική που πρέπει να φάω, να πιω νερό, να αναπνεύσω. Όταν δεν γράφω, είμαι νευρικός.
» Δεν γράφω αβίαστα. Κάθε άλλο. Σκέφτομαι και υπολογίζω κάθε λέξη και κόμμα. Έτσι δεν γίνεται δουλειά. Σπούδασα δημοσιογραφία χωρίς να μ’ ενδιαφέρει να την ακολουθήσω. Θα ήμουν αποτυχημένος ως δημοσιογράφος. Αρχικά είχα σκεφτεί να πάω σε δραματική σχολή, επειδή ήθελα να μάθω να γράφω θέατρο. Με αποθάρρυνε ο λογοτέχνης Γιάννης Νεγρεπόντης τον οποίο είχα γνωρίσει όταν ήμουν 19. «Θα σε φάνε λάχανο εκεί» μου είπε.
» Με τον Νεγρεπόντη γνωριστήκαμε όταν εγώ ζούσα στη Θεσσαλονίκη και ήθελα να πάρω γνώμες για τα γραπτά μου. Στα βιβλία είχε συχνά διευθύνσεις συγγραφέων. Ταχυδρομούσα μια χειρόγραφη κόλλα τετραδίου που έλεγε «Λέγομαι Μάκης Τσίτας και γράφω. Θέλετε να σας στείλω κάποια κείμενά μου;» Κανείς δεν απαντούσε, φυσικά, κάποια επέστρεφαν και πίσω γιατί οι διευθύνσεις δεν ίσχυαν. Ο Νεγρεπόντης ήταν ο μόνος που απάντησε. Ζήτησε να του στείλω και μετά, σε άλλο γράμμα, μπήκε στον κόπο να σχολιάσει με θετικό τρόπο τα ποιήματα. Μάλιστα, στην εκπομπή που είχε στο ραδιόφωνο έκανε αφιέρωμα στα πρωτόλειά μου! Τηλεφωνηθήκαμε, γίναμε φίλοι κι εκείνος πρότεινε να σπουδάσω δημοσιογραφία, που είναι κοντά στο γράψιμο. Ήξερα από νωρίς, όμως, ότι δεν μου ταίριαζε.
» Ακούγεται βαρύγδουπο, αλλά έφτιαξα τη ζωή μου ακριβώς όπως ήθελα. Αισθάνομαι τυχερός. Αυτά που ονειρευόμουν από έφηβος τα έζησα και τα ζω. Όταν ήμουν ήδη 20 χρονών στη Θεσσαλονίκη, το όνειρό μου ήταν να δουλέψω σε εκδοτικό οίκο, ν’ ασχοληθώ με κάποιο λογοτεχνικό περιοδικό και να γράφω. Πράγματι, από τα 23 ξεκίνησα στον «Περίπλου» και στα 25 έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο. Σε μια άλλη ζωή, ίσως να ήμουν αλλού και να έβγαζα χρήματα. Ο χώρος του βιβλίου και του πολιτισμού δεν έχει χρήματα. Το κάνεις κυρίως για τη «φανέλα», επειδή το αγαπάς.

» Πέρα από το όποιο ταλέντο, ή κλίση, χρειάζεται και τύχη. Αισθάνομαι τυχερός, αν και δεν μου χαρίστηκε τίποτα. Δεν επιδίωξα μια ζωή με σούπερ ανέσεις και πολυτέλειες. Μια μετρημένη ζωή- αυτό ήθελα πάντα κι αυτό μου ταίριαζε. Έχω το ίδιο αυτοκίνητο εδώ και πάνω από 20 χρόνια. Μένω σε διαμέρισμα στο κέντρο της Αθήνας, δεν έχω επιθυμία για επαύλεις. Είναι ο χώρος μου, ο κόσμος μου. Φτάνει που ασχολούμαι με τη λογοτεχνία κι είμαι μέσα σ’ αυτή και επαγγελματικά. Πληρώνομαι για να κάνω το χόμπι μου, δηλαδή για να ασχολούμαι με τα βιβλία των άλλων. Για μένα αυτό είναι ο ορισμός της ευτυχίας. Ούτως ή άλλως, και λογιστής να ήμουν, πάλι με το γράψιμο και το διάβασμα θα καταπιανόμουν.
» Σίγουρα η στοχοπροσήλωση προκαλεί την τύχη. Πήγα στα 15 μου χρόνια στη μητέρα μου και της ανακοίνωσα ότι θα γίνω συγγραφέας. Το έλεγα με φυσικότητα, σαν να της λέω ότι θέλω να πάρω ποδήλατο. Με κοίταξε προβληματισμένη και μου είπε: «βρε αγόρι μου, αυτοί οι συγγραφείς είναι μεγάλης ηλικίας, έχουν πολλά πτυχία και μένουν στην Αθήνα». Αυτή την άποψη είχε. Με απογοήτευσε λίγο, αλλά μέσα μου είπα «δεν ξέρω τι λέει, εγώ θα γίνω».
» Στους συμμαθητές μου δεν έλεγα ότι γράφω. Δεν ντρεπόμουν, αλλά το κρατούσα για μένα. Ήταν περίεργο για ένα παιδί της Αξού να λέει ότι θα γίνει συγγραφέας. Τα αγόρια στην ηλικία μου άνοιγαν την νταλίκα του πατέρα τους και σκάλιζαν τη μηχανή, ή ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες. Εγώ νταλίκα δεν άγγιξα ποτέ. Στα χωράφια πήγαινα, αλλά διεκπεραιωτικά. Δεν δυσανασχετούσα, έκανα ό,τι έπρεπε. Ο μπαμπάς συνήθως έλειπε κι εγώ έμαθα από τα 14 να οδηγώ το αγροτικό για να φορτώνω ροδάκινα. Όλα αυτά τα ξέχασα όταν έφυγα για τη Θεσσαλονίκη, τα θυμάμαι σαν να τα έκανε κάποιος άλλος. Σήμερα, όταν κάθομαι στο γραφείο να γράψω ή όταν κάνω κάποια πρακτική εργασία για το Διάστιχο και την artsPR μ’ έναν καφέ στο χέρι, διερωτώμαι: δουλειά είναι αυτό; Αναλογίζομαι τα παιδικά μου χρόνια όταν ήμουν στα ροδάκινα και τα βαμβάκια κι έκανε ψοφόκρυο. Τουρτούριζα. Τα χέρια μου έσκαγαν κι έτρεχαν αίμα, ακόμη και με γάντια. Υπόψη ότι κρυώνω πάντα, είμαι υποθερμικός.
» Προτιμώ για ήρωες ανθρώπους που περνούν απαρατήρητοι. Συχνά, στα μικρά είναι το σημαντικό, το ζουμί κι όχι απαραίτητα στις επαναστάσεις, τις ηρωικές ενέργειες, τις πράξεις απελπισίας. Πιστεύω στο μεγαλείο της καθημερινότητας. Ήρωάς μου μπορεί να είναι ο διπλανός, ο περιπτεράς, ο ταξιτζής, μια γιαγιά σ’ ένα χωριό. Δεν είναι απαραίτητο να έχει κάνει κάποια ηρωική πράξη. Έτσι κι αλλιώς, πρέπει να διαθέτεις κι ένα απόθεμα μαλακής ισχύος για ν’ ανταπεξέλθεις στη ζωή, με όλη αυτή τη μαυρίλα που περνάμε. Ή μπορεί να είναι και αντιήρωες. Με γοητεύουν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, οι μικροαστοί, οι παρεξηγημένοι. Αισθάνομαι ότι με κάποιον τρόπο είναι αδικαίωτοι. Έχω συναντήσει πολύ βαρετούς ανθρώπους σε θέσεις υψηλές, πλούσιους, ακόμη και επιστήμονες. Σημαντικοί σ’ αυτό που κάνουν, αλλά δεν με αφορούν εμένα.
» Ίσως θα ήθελα να είχα γράψει περισσότερα βιβλία. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερα. Ευτυχώς, έχω γράψει κάμποσα παιδικά. Πορευόμαστε μ’ αυτά που έχουμε. Αυτά μπορώ να κάνω. Δόξα τω Θεώ πάνε καλά, τα αγαπάει ο κόσμος, οι εκδότες δέχονται να τα εκδώσουν. Πραγματικά, αισθάνομαι απίστευτα τυχερός.
» Το «Μάρτυς μου ο Θεός» ήρθε λίγο ξαφνικά, 17 χρόνια μετά το πρώτο μου βιβλίο κι αφού προηγήθηκαν αρκετά παιδικά. Το ένα έφερε το άλλο, διακρίσεις, πωλήσεις, μεταφράσεις, θεατρική παράσταση. Μέχρι σήμερα είναι σημείο αναφοράς σε ό,τι κάνω. Ενδεχομένως να αποδειχτεί το πιο σημαντικό έργο μου. Δεν με ανησυχεί αυτό. Σίγουρα ένας συγγραφέας θέλει να εξελίσσεται. Ποιος καλλιτέχνης δεν θέλει το επόμενο να είναι καλύτερο από το προηγούμενο; Για να είμαστε ειλικρινείς, τίποτα δεν είναι στο χέρι μας. Δεν υπάρχει συνταγή. Πολλοί έμειναν στην ιστορία για ένα βιβλίο που έγραψαν νωρίς και δεν είχαν ανάλογη συνέχεια. Ελπίζω να μην ανήκω σ’ αυτή την κατηγορία κι ότι θα έρθει κάτι άλλο που θα το ξεπεράσει. Όμως, τα βιβλία, όπως όλα τα έργα τέχνης, έχουν τη δική τους μοίρα. Ποτέ δεν ξέρεις την απήχηση που θα έχουν.
» Το Διάστιχο και η τριβή με το βιβλίο μ’ έχει κάνει πιο επιεική. Δουλεύοντας στη βιομηχανία του βιβλίου, βλέπεις συχνά και τη χρησιμότητα κάποιων βιβλίων, που ως συγγραφέας μπορεί να απορρίπτω ασυζητητί, όμως η κυκλοφορία τους βάζει βενζίνη στη μηχανή της εκδοτικής βιομηχανίας. Καταλαβαίνω τους εκδότες που πρέπει να βγάζουν και τέτοια. Είναι εμπορικές επιχειρήσεις. Εξάλλου, υπάρχουν βιβλία για τον καθένα. Όπως υπάρχουν τηλεοπτικές σειρές, ταινίες και τραγούδια που φτιάχνονται καθαρά για εμπορική κατανάλωση.

» Για πολλά πράγματα στην Ελλάδα η Αθήνα είναι το σημείο αναφοράς. Έχει κουβαληθεί εδώ η μισή χώρα. Σίγουρα οι ευκαιρίες και οι προοπτικές είναι περισσότερες κι ήμουν κι εγώ μια τέτοια περίπτωση. Όμως, το να ζεις στην Αθήνα δεν σε κάνει καλύτερο συγγραφέα. Αν έχεις το ταλέντο και το μεράκι, σε όποιο σημείο του πλανήτη κι αν είσαι αυτό θα ανθίσει.
» Η συλλογή «Τσίχλες ταξιδίου» γράφτηκε σε μια περίοδο 30 ετών. Ήθελα να το εκδώσω φέτος, που κλείνουν 30 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο. Είναι διηγήματα γραμμένα σε διαφορετική γλώσσα και ύφος. Μ’ αρέσει η εναλλαγή από το χιουμοριστικό στο πιο δραματικό, σαν σκωτσέζικο ντους. Τα έγραφα με αργούς ρυθμούς, αλλά ήξερα ότι κάποια στιγμή θα τα μαζέψω και θα τα κάνω βιβλίο. Κάποια είναι αυτομυθοπλασία. Το πιο προσωπικό είναι το τελευταίο, που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο. Είναι ένας φόρος τιμής στη μητέρα μου, το πορτρέτο της οποίας απεικονίζεται στο εξώφυλλο. Την έχασα κάπως αναπάντεχα στις 31 Ιουλίου 2020.
» Νομίζω ότι τα πρώτα βιβλία που διάβασε η μητέρα μου ήταν τα δικά μου. Όταν έγινε ο ντόρος με το «Μάρτυς μου ο Θεός» κάποια στιγμή τηλεφώνησε ο τότε δήμαρχος για να μου πει ότι ο Δήμος ετοίμαζε τιμητική εκδήλωση για μένα στα Γιαννιτσά. Ήρθε πολύς κόσμος, κάτι που με εξέπληξε. Παλιοί δάσκαλοι και καθηγητές, φίλοι και συμμαθητές, αξιωματούχοι της πόλης, δημοτικοί σύμβουλοι, μεγαλογιατροί, δικηγόροι, πρόεδροι συλλόγων, βουλευτές όπως η Θεοδώρα Τζάκρη που ήταν συμμαθήτριά μου στο Λύκειο. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει. Η μητέρα μου δεν ήταν ποτέ ενθουσιώδης χαρακτήρας. Ήταν μαζεμένη και δεν φάνηκε να δίνει σημασία σ’ όλο αυτόν τον κόσμο. Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε ένας ιερέας ως εκπρόσωπος του Μητροπολίτη. Τον γνώριζε, γιατί ήταν εξομολόγος. «Χρυσούλα, τι κάνεις;» τη ρώτησε. «Ο γιος μου είναι αυτός» του απάντησε. Ήταν η καταξίωσή της. Πρόλαβε και πήρε αυτή τη χαρά.
- INFO Η νέα συλλογή διηγημάτων του Μάκη Τσίτα «Τσίχλες ταξιδίου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Ελεύθερα, 26.7.2026