Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΑπό τα θαύματα των Αγίων Αναργύρων μέχρι την πανδημία του COVID-19, η διαδρομή ίσως φαίνεται παράδοξη. Για την Κύπρια βυζαντινολόγο και καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σταυρούλα Κωνσταντίνου, που συγκαταλέγεται διεθνώς στις κορυφαίες ειδικούς στην αγιολογία, αυτή η σύνδεση αποτέλεσε την αφετηρία του έργου «Medieval Hagiography and Healthcare across Media and Performances» (HagioHealth). Το εν λόγω ερευνητικό πρόγραμμα εξασφάλισε το υψηλού κύρους ERC Advanced Grant του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας και φιλοδοξεί να διερευνήσει τον ρόλο των αγίων ως θεραπευτών, αναδεικνύοντας την αγιολογία ως ουσιαστικό πεδίο για τη μελέτη της ιστορίας της ιατρικής.
–Πώς αποφάσισες να διερευνήσεις τη σχέση αγιολογίας και ιατρικής; Το πρόγραμμα HagioHealth αποτελεί το επιστέγασμα μιας μακράς ερευνητικής πορείας, που εκτείνεται σε περισσότερα από 26 χρόνια. H πολυετής ενασχόλησή μου με την αγιολογία μού επέτρεψε να αποκτήσω σε βάθος γνώση του σχετικού υλικού, ώστε να μπορώ να διακρίνω όχι μόνο όσα γνωρίζουμε σήμερα, αλλά και τα σημαντικά κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στην έρευνα. Μέσα από αυτή τη διαδρομή διαπίστωσα ότι, όταν αναφερόμαστε τις αγίες και τους αγίους του Μεσαίωνα, θεωρούμε σχεδόν αυτονόητο πως επιτελούν θαύματα. Ωστόσο, μια εξίσου σημαντική διάσταση της αγιότητάς τους δεν έχει μελετηθεί συστηματικά: ο ρόλος τους ως θεραπευτριών και θεραπευτών. Η παρατήρηση αυτή με οδήγησε να εξετάσω τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η λατρεία των αγίων στον χρόνο, η οποία μεταβάλλεται ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, με αποτέλεσμα οι μορφές της αγιότητας να προσαρμόζονται στις ανάγκες και τις αντιλήψεις των μεσαιωνικών κοινωνιών και να εξελίσσονται παράλληλα με αυτές. Παρά τις μεταβολές αυτές, η ιδιότητα των αγίων ως θεραπευτριών και θεραπευτών παραμένει διαχρονική. Μάλιστα, ορισμένοι άγιοι λατρεύονταν κατεξοχήν ως ιατροί, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τους Αγίους Αναργύρους. Η διαπίστωση αυτή γέννησε το βασικό ερευνητικό ερώτημα του προγράμματος: εφόσον η αγιολογία αντανακλά και προσαρμόζεται στις κοινωνικές και πολιτισμικές μεταβολές κάθε εποχής, γιατί να μην αλληλεπιδρά και με την ιστορία της ιατρικής;
–Ποια παρατήρηση αποτέλεσε σημείο καμπής; Μελετώντας εκ νέου τα θαύματα των Αγίων Αναργύρων, παρατήρησα μια αξιοσημείωτη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι θεραπευτικές τους παρεμβάσεις. Στα παλαιότερα θαύματα κυριαρχούν πρακτικές που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε «μαγικές». Για παράδειγμα, οι άγιοι ζητούν από έναν ασθενή να πάρει τρίχες από ένα αρνί, να τις κάψει, να τις αναμείξει με νερό και στη συνέχεια να πιει το μείγμα. Τέτοιες πρακτικές εντάσσονταν στη θεραπευτική κουλτούρα της πρώιμης βυζαντινής περιόδου. Όσο όμως προχωρούμε στους μεταγενέστερους αιώνες, οι ίδιοι οι Άγιοι Ανάργυροι παρουσιάζονται ολοένα και περισσότερο να ενεργούν ως επαγγελματίες γιατροί. Δεν είναι τυχαίο ότι στην εικονογραφία τους εμφανίζονται να κρατούν ιατρικά εργαλεία, γνωστά και από τα αρχαιολογικά ευρήματα. Η εξέλιξη αυτή με οδήγησε στη σκέψη ότι ίσως η ιστορία της λατρείας των αγίων και η ιστορία της ιατρικής να μην ακολούθησαν δύο ανεξάρτητες πορείες, αλλά να εξελίχθηκαν παράλληλα, αλληλεπιδρώντας και επηρεάζοντας η μία την άλλη. Με αφετηρία αυτή την υπόθεση άρχισα να εξετάζω τη σχετική βιβλιογραφία και διαπίστωσα ότι το συγκεκριμένο ζήτημα παραμένει ανερεύνητο.
–Πώς προσεγγίζεις το θέμα ερευνητικά; Στην ουσία, η έρευνά μου παρακολουθεί την αλληλεπίδραση τριών βασικών ομάδων δρώντων προσώπων: των ίδιων των αγίων, των συγγραφέων και των καλλιτεχνών που διαμόρφωσαν τις αφηγήσεις και τις αναπαραστάσεις τους, καθώς και των ασθενών. Με ενδιαφέρει να διερευνήσω πώς οι ασθενείς επέλεγαν σε ποιον άγιο να απευθυνθούν για θεραπεία, σε ποιες θεραπευτικές και λατρευτικές τελετουργίες συμμετείχαν και με ποιο τρόπο, μέσα από τη δυναμική σχέση ανάμεσα στην πίστη, την τέχνη και την ιατρική, διαμορφώθηκε μια ολόκληρη αισθητική της υγείας και της θεραπείας. Η έρευνα καλύπτει διαφορετικές παραδόσεις που βρίσκονταν σε συνεχή διάλογο, από το Βυζάντιο και τις λατινοκρατούμενες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου έως την Ιταλία και τον σλαβικό κόσμο. Στόχος είναι να αναδειχθεί πώς η γνώση γύρω από την υγεία και τη θεραπεία ταξίδευε, μετασχηματιζόταν και διαδιδόταν μέσα από τη λατρεία των αγίων και τις τέχνες που σχετίζονταν με αυτή. Για τον λόγο αυτό, το πρόγραμμα συγκεντρώνει μια διεπιστημονική ομάδα ερευνητριών και ερευνητών, στην οποία συμμετέχουν βυζαντινολόγοι, λατινιστές, σλαβολόγοι, αρχαιολόγοι, ιστορικοί της τέχνης και ιστορικοί της ιατρικής.
–Ποιες είναι οι βασικές πηγές; Αγιολογικά και ιστορικά κείμενα, χρονογραφίες, ποίηση, επιστολογραφία, υμνογραφία, καθώς και άλλα κείμενα που χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο των θρησκευτικών ακολουθιών. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στην εικονογραφία, μέσα από τη μελέτη ψηφιδωτών, τοιχογραφιών και φορητών εικόνων από εκκλησίες του βυζαντινού, του σλαβικού και του λατινοκρατούμενου κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Επιπλέον, θα εξεταστούν αρχαιολογικά ευρήματα, όπως φυλακτά που απεικονίζουν αγίες και αγίους και χρησιμοποιούνταν για θεραπευτικούς σκοπούς. Τα ευρήματα αυτά μαρτυρούν τη συχνή συνύπαρξη της θρησκευτικής πίστης και των μαγικών πρακτικών, όπως στην περίπτωση φυλακτών που θεωρούνταν αποτελεσματικά για τη διακοπή της αιμορραγίας. Η έρευνα θα περιλάβει επίσης περιγραφές θεραπευτικών τελετουργιών και ιατρικές πραγματείες.
–Σε περιόδους επιδημιών αυξανόταν η προσφυγή στους αγίους; Πρέπει να ομολογήσω ότι η εμπειρία της πανδημίας COVID-19 επηρέασε καθοριστικά την κατεύθυνση της ερευνητικής μου πορείας. Πιθανότατα, χωρίς αυτή την εμπειρία, να μην είχα οδηγηθεί στη διαμόρφωση αυτού του ερευνητικού ερωτήματος. Κατά την πρώτη περίοδο της πανδημίας, ακόμα και οι ίδιοι οι γιατροί δεν γνώριζαν με βεβαιότητα τη φύση της νέας νόσου ούτε τον αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισής της. Η κατανόηση της ασθένειας στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στις αφηγήσεις και τις εμπειρίες των ασθενών, ενώ παράλληλα κυκλοφορούσαν ποικίλες ανεπιβεβαίωτες θεραπευτικές πρακτικές και εναλλακτικές προσεγγίσεις, ιδιαίτερα από κύκλους που αμφισβητούσαν την αξία των εμβολίων. Η κατάσταση αυτή μου θύμισε έντονα τον προνεωτερικό ιατρικό πλουραλισμό. Και τότε, η επιστημονική ή ακριβέστερα η λόγια ιατρική δεν αποτελούσε τη μοναδική ή αυτονόητη επιλογή. Πολλοί άνθρωποι αναζητούσαν θεραπεία μέσω της μεσιτείας των αγίων, κατέφευγαν σε μάγους, πρακτικούς θεραπευτές ή άλλες μορφές λαϊκής θεραπευτικής. Οι υγειονομικές κρίσεις φαίνεται ότι μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται την ασθένεια, την υγεία και τη θεραπεία, οδηγώντας συχνά στην αναζήτηση εναλλακτικών ή συμπληρωματικών μορφών προστασίας και ίασης. Με απασχολεί λοιπόν να διερευνήσω πώς σε περιόδους υγειονομικών κρίσεων, όπως οι επιδημίες πανώλης, επηρέασαν τη λατρεία των αγίων και πώς οι μεταβολές αυτές αποτυπώνονταν στις γραπτές πηγές, στην εικονογραφία και γενικότερα στις λατρευτικές πρακτικές. Παράλληλα, επιδιώκω να εξετάσω τη δυναμική σχέση ανάμεσα στη λατρεία των αγίων και στις εξελίξεις της ιατρικής γνώσης προκειμένου να κατανοήσω πώς οι δύο αυτοί κόσμοι αλληλεπιδρούσαν σε περιόδους κρίσης.

–Ποια μοτίβα βλέπεις να επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα; Στην κυπριακή κοινωνία, για παράδειγμα, η οποία εξακολουθεί να διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την Εκκλησία, παρατηρείται ότι πολλοί άνθρωποι καταφεύγουν σε θρησκευτικές πρακτικές, όπως η κατανάλωση αγιάσματος ή η χρήση μύρου. Η τάση αυτή γίνεται ακόμα πιο έντονη στην περίπτωση ατόμων που πάσχουν από ανίατες ασθένειες. Όταν η σύγχρονη ιατρική αδυνατεί να προσφέρει θεραπευτική λύση και επικρατεί η αντίληψη ότι «μόνο ένα θαύμα μπορεί να βοηθήσει», αρκετοί άνθρωποι στρέφονται περισσότερο στην πίστη, αναζητώντας παρηγοριά και ελπίδα. Παράλληλα εξακολουθούν να επιβιώνουν πρακτικές της λαϊκής ιατρικής, όπως η χρήση θεραπευτικών βοτάνων και άλλων παραδοσιακών θεραπευτικών μεθόδων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μονή Μαχαιρά, όπου αυτή η παράδοση διατηρείται μέχρι σήμερα. Εκεί, μάλιστα, συνάχθηκε, κατά τον 19ο αιώνα, ένα σημαντικό ιατροσόφιο, το οποίο αποτελεί αντικείμενο μελέτης μιας από τις διδακτορικές διατριβές που εποπτεύω στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Ορισμένες από τις συνταγές που περιλαμβάνει το εν λόγω ιατροσόφιο ανάγονται στην ιατρική παράδοση του Γαληνού (2ος αι. μ.Χ.), της οποίας η γνώση διασώθηκε, μεταδόθηκε και εμπλουτίστηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο. Τα ιατροσόφια ήταν συλλογές πρακτικής ιατρικής γνώσης, οι οποίες συχνά συντάσσονταν από ανθρώπους της Εκκλησίας και συγκέντρωναν, σε απλουστευμένη μορφή, την ιατρική εμπειρία προηγούμενων αιώνων. Πολλές από τις πρακτικές που καταγράφονται σε αυτά εξακολουθούν να επιβιώνουν μέχρι σήμερα, συχνά χωρίς οι άνθρωποι να γνωρίζουν την ιστορική τους προέλευση ή τη σημασία τους. Τις συναντά κανείς τόσο στις αγροτικές κοινότητες, όσο και στο οικογενειακό περιβάλλον, μέσα από τις γιαγιάδες που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν βότανα ή να παρασκευάζουν παραδοσιακές αλοιφές και θεραπευτικά σκευάσματα. Αυτή η μορφή της γυναικείας οικιακής ιατρικής αποτελεί μια παράδοση με βαθιές ιστορικές και πολιτισμικές ρίζες.
–Η πίστη ήταν το ίδιο ισχυρή σε ασθενείς διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων; Η πίστη διαπερνούσε ολόκληρη τη βυζαντινή κοινωνία, ξεκινώντας από την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας και διαχεόντας την επιρροή της σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το Βυζάντιο ήταν μια θεοκρατική αυτοκρατορία, όπου ο αυτοκράτορας θεωρούνταν εκπρόσωπος του Θεού στη γη, ενώ ο πατριάρχης ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με την πολιτική εξουσία. Οι ασθενείς, λοιπόν, που προσέφευγαν στις αγίες και τους αγίους προέρχονταν από όλες τις κοινωνικές τάξεις. Σε αντίθεση με τους γιατρούς, οι οποίοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους, και ως εκ τούτου, ήταν περισσότερο προσιτοί στους οικονομικά εύρωστους, οι αγίες και οι άγιοι ήταν προσβάσιμοι σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση. Όταν η επιστήμη αδυνατούσε να προσφέρει θεραπεία, τόσο οι μορφωμένοι όσο και οι αμόρφωτοι, οι πλούσιοι και οι φτωχοί, στρεφόταν στη θρησκεία. Πρόκειται, άλλωστε, για μια τάση που απαντά ήδη από την αρχαιότητα.
–Ποια ήταν η διαδρομή σου ώστε να οδηγηθείς στη βυζαντινή φιλολογία; Θυμάμαι τον παππού μου, ο οποίος είχε φτάσει μόλις μέχρι τη Δευτέρα Δημοτικού, αλλά ήξερε τα ομηρικά έπη και σχεδόν ολόκληρο τον Συναξαριστή απ’ έξω. Ήμουν η μόνη από τα εγγόνια του που καθόταν να ακούσει τις ιστορίες του. Παράλληλα, από μικρή αγαπούσα τη φιλολογία και ιδιαίτερα τα αρχαία ελληνικά. Όταν, αργότερα, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου γνώρισα το Βυζάντιο μέσα από ένα μάθημα του Παναγιώτη Αγαπητού, ένιωσα ότι είχα βρει αυτό που πραγματικά με ενδιέφερε. Εκείνο το μάθημα στάθηκε καθοριστικό στη διαδρομή μου: με oδήγησε να εγκαταλείψω τα Παιδαγωγικά, να στραφώ στη Φιλολογία και τελικά να ακολουθήσω την κατεύθυνση της Βυζαντινής Φιλολογίας. Μετά την αποφοίτησή μου συνέχισα τις σπουδές μου με μεταπτυχιακό στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου εμβάθυνα στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και τις Μεσαιωνικές Σπουδές. Όταν επέστρεψα στο Βερολίνο για τη διδακτορική μου έρευνα, αισθανόμουν πλέον ότι ήμουν μια εντελώς διαφορετική ερευνήτρια. Το ενδιαφέρον μου στράφηκε στους βίους των αγίων, όχι μόνο ως χριστιανικά κείμενα, αλλά και ως σημαντικά λογοτεχνικά έργα. Επηρεασμένη από τις Σπουδές Φύλου και τη φεμινιστική θεωρία, αποφάσισα να μελετήσω τις γυναίκες αγίες και τον τρόπο με τον οποίο το γυναικείο σώμα αναπαρίσταται και νοηματοδοτείται στα αγιολογικά κείμενα.
–Επηρέαζε το φύλο τον δρόμο προς την αγιότητα; Η έρευνά μου έδειξε ότι, σε αντίθεση με τους άνδρες αγίους, οι γυναίκες οδηγούνταν στην αγιότητα μέσα από το σώμα και τη σεξουαλικότητά τους: ως παρθένες, ως πρώην αμαρτωλές που μεταστράφηκαν, ως παντρεμένες γυναίκες που υπέμεναν τη βία στα χέρια των συζύγων τους, ως μοναχές ή ως μάρτυρες. Αυτή η διαπίστωση αποτέλεσε τη βάση της διδακτορικής μου διατριβής, η οποία αργότερα εκδόθηκε σε βιβλίο. Την περίοδο εκείνη με είχε επηρεάσει βαθιά το έργο του Judith Butler – σήμερα Επίτιμου Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κύπρου – και η θεωρία του για το κοινωνικό φύλο ως επιτέλεση, ως ενός ρόλου δηλαδή που διαμορφώνεται και αναπαράγεται κοινωνικά. Αναρωτήθηκα, λοιπόν, αν στο Βυζάντιο, πέρα από τους ρόλους του φύλου, υπήρχαν και «ρόλοι αγιότητας», αν δηλαδή οι ήρωες και οι ηρωίδες των αγιολογικών κειμένων καλούνταν να ενσαρκώσουν διαφορετικές μορφές αγιότητας. Η έρευνά μου με οδήγησε στο συμπέρασμα ότι πράγματι υπάρχουν τέτοιοι ρόλοι. Ακόμη και όταν η διαδρομή προς την αγιότητα φαινόταν κοινή, στην πραγματικότητα η πορεία ανδρών και γυναικών διαφοροποιούνταν σημαντικά, καθώς διαμορφωνόταν μέσα από διαφορετικές προσδοκίες, κοινωνικές επιταγές και λογοτεχνικά πρότυπα.
–Ποιες είναι οι κύριες διαφορές; Ένας άνδρας μοναχός μπορούσε να μετακινείται από μοναστήρι σε μοναστήρι, να ιδρύει νέες μονές, να ζει ως ερημίτης ή σε λαύρα. Αντίθετα, η ελευθερία μετακίνησης μιας μοναχής ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Ο βίος ενός μοναχού ήταν συχνά γεμάτος ταξίδια, δοκιμασίες και περιπέτειες: μπορεί να έπεφτε σε χέρια πειρατών, να δραπέτευε, να ληστευόταν, ή να ήταν θύμα εξαπάτησης. Στον αντίποδα, στο βίο μιας μοναχής ή μιας ηγουμένης, η αφήγηση εκτυλισσόταν συνήθως μέσα στα όρια του μοναστηριού. Παράλληλα, επειδή επρόκειτο για μια πατριαρχική κοινωνία, μια πατριαρχική θρησκευτική παράδοση και έναν κατεξοχήν ανδροκεντρικό λογοτεχνικό είδος, τα κείμενα με πρωταγωνίστριες γυναίκες ήταν σαφώς λιγότερα από εκείνα που αφορούσαν άνδρες αγίους. Η αγιότητα θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό αυτονόητη για τους άνδρες, όχι όμως και για τις γυναίκες. Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς αισθάνονταν συχνά την ανάγκη, ήδη από τον πρόλογο ή μέσα από την ίδια την αφήγηση, να δικαιολογήσουν την επιλογή τους να γράψουν τον βίο μιας γυναίκας αγίας. Για να θεμελιώσουν τη γυναικεία αγιότητα, ανέτρεχαν σε γυναικεία πρότυπα της Βίβλου, όπως η Παναγία, η Σάρα ή η Ρεβέκκα. Η πρακτική αυτή συνδεόταν με τον τρόπο με τον οποίο η χριστιανική σκέψη αντιλαμβανόταν τα δίπολα σώμα και πνεύμα, άνδρας και γυναίκα. Ο άνδρας συνδεόταν περισσότερο με την έννοια του πνεύματος, ενώ η γυναίκα με τη σωματικότητα, μια αντίληψη που αναγόταν στην ερμηνεία του προπατορικού αμαρτήματος. Καθώς η αγιότητα προϋπέθετε την υπέρβαση και την απάρνηση του σώματος, οι γυναίκες έπρεπε πρώτα να αποδείξουν ότι απομακρύνονταν από τη σωματική τους φύση για να μπορέσουν στη συνέχεια να οδηγηθούν στην αγιότητα. Ακολουθούσαν, επομένως, μια διπλή πορεία, σε αντίθεση με τους άνδρες αγίους.

–Υπάρχει κάποιο κείμενο που σε συγκίνησε ιδιαίτερα; Ένα κείμενο που αγαπώ ιδιαίτερα είναι ο Βίος Μακρίνας, ένα κείμενο του τέταρτου αιώνα, το οποίο έγραψε ο αδελφός της αγίας, Γρηγόριος Νύσσης, λίγο μετά τον θάνατό της. Μέσα από την αφήγησή του αισθανόμαστε ότι η συγγραφή λειτούργησε για τον ίδιο ως ένα είδος θεραπείας απέναντι στην απώλεια και ως ένας τρόπος να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη της αγαπημένης του αδελφής. Πρόκειται για τον πρώτο πλήρη βίο που γράφτηκε για μια γυναίκα. Ταυτόχρονα το κείμενο αποτελεί και βιογραφία μιας ολόκληρης οικογένειας αγίων. Στην ίδια οικογένεια ανήκαν και ο Μέγας Βασίλειος, ο Πέτρος Σεβαστείας, ο πατέρας τους Βασίλειος, η μητέρα τους Εμμέλεια και η γιαγιά τους, Μακρίνα που τιμώνται όλοι ως άγιοι. Ο Γρηγόριος παρουσιάζει τη Μακρίνα ως μια γυναίκα με βαθιά πνευματική σοφία και εσωτερική δύναμη. Ακόμα και στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής της, ενώ το σώμα της υπέφερε, δεν έπαυε να διδάσκει, βοηθώντας τον ίδιο να κατανοήσει και να διαχειριστεί το πένθος του. Είναι ένα κείμενο βαθιά ανθρώπινο και συγκινητικό. Ακόμη και σήμερα θα το πρότεινα σε κάποιον που έχει βιώσει την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, καθώς προσεγγίζει με ιδιαίτερη ευαισθησία τη μνήμη, την αγάπη και τη δύναμη που μπορούν να αναγεννηθούν μέσα από τον πόνο.
–Τη δική σου επιστήμη αφορά η αλήθεια πίσω τις ιστορίες των αγίων; Δεν με ενδιαφέρει να εξακριβώσω κατά πόσο αυτοί οι άγιοι ή οι αγίες ήταν ιστορικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αντικείμενο της έρευνάς μου. Υπάρχουν ήδη σχετικές μελέτες. Από τη στιγμή που γράφονταν τόσα πολλά κείμενα και παράγονταν τόσα έργα τέχνης αφιερωμένα σε αυτές τις αγίες μορφές, οι οποίες λατρεύονται μέχρι και τις μέρες μας, δείχνει ότι οι άνθρωποι πίστευαν, πιστεύουν και θα συνεχίσουν να πιστεύουν σε αυτές, ανεξάρτητα από το αν υπήρξαν πράγματι ως ιστορικά πρόσωπα. Το ενδιαφέρον μου, επομένως, δεν έγκειται στην απόδειξη της ιστορικότητας μιας αγίας ή ενός αγίου, αλλά στην κατανόηση των λόγων για τους οποίους αυτές οι μορφές απέκτησαν τόσο μεγάλη δημοτικότητα σε ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο. Παράλληλα, με ενδιαφέρει η λογοτεχνική και αισθητική διάσταση των έργων αυτών. Σε ποιο είδος ανήκουν; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους, η ρητορική τους και οι αφηγηματικές και εικονογραφικές τους τεχνικές; Αυτά είναι μερικά από τα βασικά ερωτήματα που καθοδηγούν την έρευνά μου.
Ελεύθερα, 06.09.2026