Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Όλοι έχουν κάτι να περιμένουν για την ψυχαγωγία τους. Κάποιος ένα πάρτι γενεθλίων, άλλος ένα ποδοσφαιρικό ντέρμπι, ο τρίτος το όγδοο season της τηλεοπτικής σειράς του. Εγώ το Fatherland του Παβλικόφσκι, με θέμα την επιστροφή του Τόμας Μαν στη μεταπολεμική Γερμανία, που θα προβάλλεται από αυτή την εβδομάδα στον κινηματογράφο Πάνθεον, στη Λευκωσία.

Ωραία διασκέδαση, θα σχολιάσετε, άνθρωπος του κεφιού και της τάβλας. Ασπρόμαυρη ταινία, με ηλικιωμένους ήρωες, για τις προσωπικές αποτυχίες και ενοχές ενός κάποτε διάσημου συγγραφέα. Σε μια διχασμένη (πρώην) πατρίδα, σε μια κατεστραμμένη ήπειρο. De Gustibus. Αλλά η σκέψη και το έργο του νομπελίστα συγγραφέα, με τη Γερμανία και την Ευρώπη σε κρίση, με την κατάρρευση των (μετα)ψυχροπολεμικών βεβαιοτήτων, είναι ζωτικής σημασίας. Άγκυρα πνευματικής σταθερότητας και πυξίδα προσανατολισμού για το παρόν και το μέλλον, καθώς πλέουμε (ξανά) σε αχαρτογράφητα ύδατα.  

Οτιδήποτε βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα την εξελικτική πορεία των ιδεών και της αισθητικής του είναι ευπρόσδεκτο και γόνιμα προκλητικό. Ακόμα κι αν ο Παβλικόφσκι είναι ένας «ασφαλής» σκηνοθέτης που, στις πάντα αξιοπρεπείς (αλλά ποτέ ανατρεπτικές) δημιουργίες του, φροντίζει περισσότερο τη φωτογραφία παρά νοιάζεται για την ιστορία/ Ιστορία.

Αδημονώ να δω να ζωντανεύουν σε κινούμενες εικόνες οι μυθικές προσωπικότητες της οικογένειας Μαν, με τις αντιφατικές δυνάμεις που τις χαρακτήριζαν: την καλλιτεχνική ιδιοφυία σε πολλαπλές ανόμοιες εκδοχές, τις άγριες εξαρτήσεις και τη μέριμνα για το μέτρο, τον εκφρασμένο ή κρυπτόμενο ομοερωτισμό, τις συγκρουόμενες διαβαθμίσεις των πολιτικών στάσεων, από την κάθετη απόρριψη κάθε συμβιβασμού μέχρι την αστικού τύπου προσπάθεια σύνθεσης ετερόκλητων δυνάμεων.   

Έτσι, η προβολή της ταινίας (που θα είμαι ικανοποιημένος έστω κι αν βρω να είναι το μισό καλή από όσο την επαινούν οι πιο ενθουσιώδεις κριτικοί και θεατές), μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για (επαν)ανάγνωση των βιβλίων του Τόμας Μαν, όπως επίσης και αυτών του αδελφού του Χάινριχ (Γαλάζιος Άγγελος), και, ακόμα πιο επιτακτικά, του γιου του Κλάους (το απελπιστικά επίκαιρο Μεφίστο).

Πρώτο (και πιο εύχρηστο) «κλειδί», Ο μάγος του Ιρλανδού συγγραφέα Κολμ Τόιμπιν, δηλαδή η μυθιστορηματική βιογραφία του Τόμας Μαν που ενέπνευσε τον Παβλικόφσκι, με το σενάριο της ταινίας να βασίζεται στις τελευταίες του σελίδες. Είναι ένα υποδειγματικά καλογραμμένο βιβλίο, εμπορικά επιτυχημένο μάλιστα, που μας εισαγάγει, με τρόπο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, στον βίο και τα πάθη δύο γενεών της οικογένειας Μαν, αναδεικνύοντας επαρκώς τις ταξικές, πολιτικές και ψυχολογικές διαστάσεις. Προφανώς δεν πρόκειται για «λυσάρι» που θα μας δώσει έτοιμες ερμηνείες για τις ιστορίες του Τόμας Μαν, αλλά μπορεί συμπληρωματικά να φωτίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έδρασε η δημιουργική του φαντασία, και που ενίοτε, όπως στο Οι Μπούντερμπροκ, παρείχε τις «σκηνογραφικές» συνθήκες.    

Η σχέση μου με τον συγγραφέα ξεκίνησε, όπως και για πολλούς της γενιάς μου, με την κινηματογραφική μεταφορά του Θάνατος στη Βενετία από τον Βισκόντι και την επακόλουθη ανάγνωση της ομώνυμης νουβέλας. Εκ των υστέρων τολμώ να πω ότι αυτή η αφετηρία έφτιαξε στο μυαλό μου μια εσφαλμένη εντύπωση για τον λογοτεχνικό ορίζοντα του συγγραφέα. Έπρεπε να περάσουν πάνω από δυο δεκαετίες για να αντιληφθώ ότι ήταν αδιανόητα ευρύτερος από ό,τι είχα νομίσει (οι φανατικές μετεφηβικές αποφάνσεις είναι κάποτε οι πρώτες ενδείξεις πνευματικής αρτηριοσκλήρωσης).  

Το Μαγικό Βουνό με περίμενε υπομονετικά για χρόνια στο ράφι με τα αδιάβαστα βιβλία δίπλα στο γραφείο μου. Ένα καλοκαίρι, την ίδια περίοδο που έγραφα κάτι δικό μου, διάβαζα κάθε πρωί τριάντα σελίδες. Πρόκειται για αναγνωστική εμπειρία εντελώς διαφορετικής τάξης από τη συνηθισμένη. Μια αρραγής σύνθεση αφήγησης και δοκιμίου στο ανώτατο επίπεδο. Είχα την αίσθηση ότι εργαζόμουν. Όχι με την έννοια του κόπου ή του μελήματος για παραγωγικό αποτέλεσμα, αλλά με τη σημασία της σοβαρής δραστηριότητας (η οποία δεν στερείτο, εννοείται, αισθητικής απόλαυσης).

Ήταν σαν να στεκόμουν κι εγώ, όπως οι βασικοί ήρωες, σε ένα απομακρυσμένο ύψωμα, σε ένα σανατόριο στο «μαγικό βουνό» κι από κει έβλεπα τον δυτικό πολιτισμό (και την ελάχιστης εμβέλειας ζωή μου) με τις αρετές, τις αποτυχίες και τις μαύρες τρύπες στο εσωτερικό του. Οι συζητήσεις των ηρώων αποτυπώνουν ακόμα και σήμερα το βασικό μοντέλο των διαφωνιών μας για τη συντήρηση και την πρόοδο. Από τη πεφωτισμένη δεσποτεία και τη λαϊκή βούληση, μέχρι τα εθνικά/ θρησκευτικά καθήκοντα και τα ατομικά δικαιώματα (εισαγωγικά, βάλτε όπου και όσα θέλετε).

Το φετινό καλοκαίρι πέρασε, μ’ εμένα να διαβάζω πράγματα που παρότι ενδιαφέροντα, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα αφήσουν κάποιο βαθύ στίγμα μέσα μου. Στα μέσα του Σεπτεμβρίου βρήκα το θάρρος να ξεκινήσω το ογκώδες Μπούντερμπροκ (είχα και μια αποτυχημένη απόπειρα, ως φοιτητής, στην παλιά μετάφραση από τις εκδόσεις Οδυσσέας, που με έκανε διστακτικό). Ω, τι ανόητος που ήμουν!

Αυτό το μυθιστόρημα, γραμμένο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το πρώτο τιτάνιο επίτευγμα του συγγραφέα, που ουσιαστικά τον καθιέρωσε, είναι χαρά Θεού! Ή, πιο σωστά, είναι «χαρά αναγνώστη», καθώς ο συγγραφέας τον βάζει σε προνομιακή «θεϊκή» θέση: να παρακολουθεί προστατευμένος την άνοδο και την ευτυχία, την πτώση και τη δυστυχία μιας μεγαλοαστικής εμπορικής οικογένειας, με τα κύματα των κοινωνικών επαναστάσεων και των εθνικών συγκρούσεων του 19ου αιώνα να σαρώνουν την Ευρώπη στο φόντο της αφήγησης.

Τι έχει να μας μάθει σήμερα, στην υπεροπτική και ασύγκριτα πιο προχωρημένη τεχνολογικά εποχή μας, ο Τόμας Μαν που μεγάλωσε σε έναν κόσμο, ο οποίος θεωρούνταν, μετά από αλλεπάλληλες καταρρεύσεις, παρωχημένος ήδη κατά τη διάρκεια της δικής του ζωής; Να ένα πρώτο κοινό σημείο με τη δική μας ιστορική εμπειρία. Και μάλιστα οι αλλαγές που βίωσαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής ήταν πιο βίαιες από τις δικές μας.

Ο Τόμας Μαν όμως, παρά το χάος τόσο της προσωπικής του ζωής (αναφέρω σαν παράδειγμα ότι αυτοκτόνησαν δυο θείες του από την πλευρά της μητέρας του, και δυο γιοι του — ο Κλάους μάλιστα όσο ζούσε ο ίδιος), όσο και της ευρύτερης γερμανικής και ευρωπαϊκής Ιστορίας, έψαχνε πάντα να βρει ένα κέντρο από όπου τα φαινόμενα θα έβγαζαν νόημα. Από το δημιουργικό αυτό κέντρο έγραψε μυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, δοκίμια, επιστολές, άρθρα, ομιλίες προσπαθώντας να (από)καταστήσει ένα είδος τάξης. Ακόμα παραπάνω, να βρει έναν (ανθρώπινο ή θεϊκό, δεν έχει τελικά τόση σημασία) Λόγο που να εξηγεί τα γεγονότα, που από τη «φύση» του θα χαρακτηρίζεται από δικαιοσύνη και ομορφιά.

Η γραφή του Τόμας Μαν πατάει με το ένα πόδι στον ρεαλισμό του 19ου και με το άλλο στον κλασικό μοντερνισμό των αρχών του 20ου. Ποτέ δεν υιοθέτησε τον πειραματισμό ενός Τζέημς Τζόυς ή μιας Βιρτζίνια Γουλφ. Έτσι όταν, μετά τη δεκαετία του ’60, ο μεταμοντερνισμός, στις διάφορες εκδοχές του, κυριάρχησε, αργά στην αρχή και μετά απότομα και καθολικά, στην παραγωγή και την πρόσληψη της κουλτούρας, με ρευστά όρια ανάμεσα στην υψηλή και τη χαμηλή, ο Τόμας Μαν βρισκόταν εκεί, αναγνωρίσιμος και σχετικά σεβαστός, αλλά με τη θέση του κάπως στο «μουσείο», σίγουρα «εκτός μόδας».

Από όπου και να το τραβούσες, το έργο του ανήκε στην (καταραμένη, ύποπτη, ένοχη…) υψηλή κουλτούρα, δεν ήταν με τίποτα ποπ. Δεν πειράζει. Κι αυτά που ζούμε σήμερα πολιτικά και οικολογικά δεν είναι διόλου αστεία ή παιγνιώδη. Χρειαζόμαστε τη σοβαρότητα της συγκέντρωσης, την πίστη ότι η γνώση μπορεί να είναι έγκυρη κι ότι οι επιλογές μας και οι πράξεις μας, ατομικά και συλλογικά, μπορούν να αλλάξουν μερικά πράγματα στην προσωπική μας ζωή και στο μέλλον της κοινωνίας μας… Τον χειμώνα έχω σκοπό να διαβάσω το Δόκτωρ Φάουστους.  

* Το μυθιστόρημα Ο μάγος του Κολμ Τόιμπιν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Αθηνάς Δημητριάδου. Τα μυθιστορήματα του Τόμας Μαν Οι Μπούντερμπροκ, σε μετάφραση Έμης Βαϊκούση και Μαγικό Βουνό, σε μετάφραση Θόδωρου Παρασκευόπουλου κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.