Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤις μέρες μετά τον θάνατο της Dolly Parton πολλοί φίλοι σχολίασαν σκωπτικά την αντίθεση ανάμεσα στα μύρια RIP στα social media και την πραγματικότητα της ανύπαρκτης ιστορικά δημοφιλίας της country μουσικής στο ελληνικό και το κυπριακό κοινό.
Στα δισκάδικα είχε ράφια για όλα τα είδη, εκτός από αυτό. Στα μπαρ δεν ακούσαμε ποτέ Χανκ Γουίλιαμς. Η κολλητή μου η γκοθού, όταν της έβαζα το «Once a day» της Κόνι Σμιθ στη διασκευή των Triffids, το απέρριπτε σαν «βλάχικο» (σκίζαμε από πολιτική ορθότητα στα 80’s).
Οι ροκάδες μπορεί να κινούνταν ιδεολογικά πέρα από τον απόλυτο έλεγχο του ΚΚΕ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά μετά το ’74, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο, ο αντιαμερικανισμός βρισκόταν στο νερό που πίναμε από τη βρύση.
Η country μουσική είχε συνδεθεί με τον λευκό καουμπόι των γουέστερν που εξουσίαζε τους Ινδιάνους όπως η αμερικάνικη κυβέρνηση (ακόμα και με πρόεδρο έναν δευτεροκλασάτο ηθοποιό του είδους) τις εξαρτημένες χώρες του δυτικού κόσμου. Επίσης με τη βαθιά επαρχία των «χαζών, θρησκόληπτων και αμόρφωτων» Αμερικανών. Με τις νοτιοδυτικές πολιτείες, έναν κόσμο συντήρησης και κιτς επίδειξης.
Ναι, όλα αυτά μπορεί να ίσχυαν. Υπήρχαν όμως και χίλια άλλα στοιχεία, που λόγω προκατάληψης περνούσαν απαρατήρητα. Πρώτα από όλα η μαγεία της ίδιας της μουσικής. H outlaw μελωδική δεινότητα του Τάουνς βαν Ζαντ. Η υπαρξιακή μελαγχολία της Πάτσι Κλάιν. Η αλήθεια βρισκόταν μπροστά στα μάτια μας αλλά ο φανατισμός οδηγεί στην τυφλότητα. Το ροκ εν ρολ πατούσε με το ένα πόδι στη country των χιλμπίλιδων και με το άλλο στα αφροαμερικάνικα blues.
Πώς μπορεί να καταλάβει κανείς τους Rolling Stones και τους Byrds χωρίς την εκτίμηση της country παράδοσης; Αλλά και τους αναβιωτές της δεκαετίας του ’80, τους Green on Red, τους Gun Club; Το «Psycho» των Beasts of Bourbon; Από ελληνικά συγκροτήματα νομίζω ότι μόνο οι Last Drive είχαν αίσθηση ολόκληρης της ιστορίας — ίσως και για αυτό ήταν οι καλύτεροι.
Θυμάμαι το σοκ όταν αντιλήφθηκα ότι το «The singer» που διασκεύαζε συνταρακτικά ο Νικ Κέιβ στον «Kicking against the Pricks» (δίσκο- σεμινάριο για τη μουσική μας εκπαίδευση) ήταν τραγούδι του Τζόνι Κας (όσοι δεν το ζήσατε, δεν μπορεί να διανοηθείτε πόσο ξεπλυμένη ήταν η εικόνα του πριν την ταινία και την τριλογία σε παραγωγή του Ρικ Ρούμπιν).
Ο Κέιβ ήξερε. Όπως και ο στενός φίλος και συνεργάτης του από την εποχή του «Nick the Stripper» των Birthday Party, ο Αυστραλός σκηνοθέτης Τζον Χίλκοουτ που έχει γυρίσει πολλές ταινίες σε σενάριο και μουσική Κέιβ και υπογράφει τη βιογραφική σειρά «George & Tammy» (2022) για τη ζωή, το έργο και τα πάθη του «καταραμένου» country ντουέτου Τζορτζ Τζόουνς και Τάμι Γουάινετ, στο συνδρομητικό κανάλι Showtime.
Όλα τα αστέρια είχαν μπει σε παράταξη για αυτή τη σειρά: το σενάριο του Έιμπ Σίλβια, βασισμένο στα απομνημονεύματα της μοναδικής κόρης του ζεύγους, είχε γραφτεί αρχικά για τη σκηνή και στη συνέχεια για το σινεμά, με αποτέλεσμα να διαθέτει θεατρικούς διαλόγους και πυκνή εικονοποιία.
Τη γενική ευθύνη πίσω από τη διδασκαλία των τραγουδιών βρίσκεται ο μέγας T Bone Burnett (O brother, where are thou?), ενώ έχει γίνει ενδελεχής έρευνα για τις συνθήκες παραγωγής και ηχογράφησης των τραγουδιών στο Νάσβιλ της δεκαετίας του ’60. Και, το κυριότερο, στον ρόλο της Τάμι βρίσκεται η καλύτερη ηθοποιός της γενιάς της, με τις πιο προσεγμένες επαγγελματικές επιλογές, η Τζέσικα Τσαστέιν (όποιος έχει αμφιβολίες για το ανυπέρβλητο ταλέντο της, ας παρακολουθήσει τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Ουάιλντ σε σκηνοθεσία Αλ Πατσίνο).
Στη σειρά, που αγνοήθηκε από τον ελληνόφωνο Τύπο (βρήκα μόνο ένα άρθρο, σε βασικό περιγραφικό επίπεδο), μπορούμε να βρούμε όλα τα γόνιμα στοιχεία της country μυθολογίας. Τον ρεαλισμό για τη σχέση εμπορικής επιτυχίας, ποιοτικής αξίας του έργου και προσωπικής υποταγής του καλλιτέχνη στους όρους της δισκογραφικής βιομηχανίας και της show business.
Την αξιοποίηση των ψυχολογικών τραυμάτων σαν καύσιμη ύλη για τη δημιουργία. Τις εξαρτήσεις σαν «θεραπεία» και καταδίκη. Τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι μέσα κι έξω από την έμπνευση, την κυριαρχία, τη λύτρωση. Τον φεμινισμό από τα κάτω, από τη βάση της κακοποίησης. Και, πέρα από όλα, τα θεϊκά τραγούδια που μεταφέρουν το Ευαγγέλιο, ανεξάρτητα αν φαίνονται αντιδραστικά ή προοδευτικά. «Stand by your man» αλλά και «D-I-V-O-R-C-E».
Ελεύθερα, 13.9.2026