Συνεργασίες με καταξιωμένα ονόματα της αμερικανικής και διεθνούς μουσικής σκηνής έχει στο ενεργητικό του ο συμπατριώτης μας χορευτής και χορογράφος, Ηλίας Σχινάς.
Ενδεικτική ήταν η συμμετοχή του σε συναυλία της πολυβραβευμένης ερμηνεύτριας και ηθοποιού, Kylie Minogue και σε παραγωγή με χορογράφο τον Travis Payne, έναν καλλιτέχνη που θεωρείται «θρύλος» στον χώρο των μεγάλων μουσικοχορευτικών παραστάσεων αφού ήταν και ο βασικός χορογράφος του αείμνηστου Μάικλ Τζάκσον.
Ο Ηλίας Σχινάς, μιλώντας στον «Φ», αναφέρθηκε σ’ αυτές τις «μοναδικές εμπειρίες», καθώς και στα μελλοντικά σχέδιά του, επισημαίνοντας το «τεράστιο πλήγμα» που δέχθηκε ο χώρος του θεάματος τα τελευταία δυο χρόνια, λόγω της πανδημίας. «Κάθε μία από τις παραγωγές που συμμετείχα μέχρι τώρα, μού δίδαξε κάτι σημαντικό και κάτι διαφορετικό. Νιώθω ευγνώμων και τυχερός, που, προερχόμενος από μία μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, μπόρεσα να συνεργαστώ με παγκοσμίου φήμης ονόματα της μουσικής, του θεάτρου, του τσίρκου και του Μπρόντγουεϊ» σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι «στον χώρο της τέχνης απαιτείται συνεχής προσπάθεια, διαρκής μελέτη και σταδιακή απόκτηση γνώσεων και εμπειριών. Δεν είναι καθόλου εύκολο να φτάσεις στο σημείο να συμπεριληφθείς σε τέτοιες χορευτικές ομάδες και να σε έχουν επιλέξει σκηνοθέτες με τους οποίους μια και μόνο συνεργασία μαζί τους είναι σαν να αποκτάς διδακτορικό στον χώρο μας».
Ο Ηλίας Σχινάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Λεμεσό. Στα πρώτα καλλιτεχνικά βήματά του συμμετείχε σε παραστάσεις και σε διαγωνισμούς στην Κύπρο και την Ελλάδα μαζί με τον αδελφό του Μιχάλη Σχινά, ο οποίος κάνει καριέρα ως χορευτής και χορογράφος στο Λος Άντζελες. Μεταξύ άλλων, ο Ηλίας έλαβε μέρος και στον τηλεοπτικό διαγωνισμό «So you think you can dance», το 2017 και αναγνωρίστηκε από την ερμηνεύτρια Ελένη Φουρέιρα ως “ο αγαπημένος μου περφόρμερ” και με «καλύτερη σκηνοθετημένη χορογραφία» από τον Κωνσταντίνο Ρήγο.
Σπούδασε και εκπαιδεύτηκε στη φημισμένη σχολή χορού της Αγγλίας LSC (London Studio Centre) και απεφοίτησε με την απονομή τίτλου «Most Outstanding Performance» για το χορευτικό του ρεσιτάλ. Όπως τόνισε, «από την εμπειρία μου σε εκείνο τον διαγωνισμό μέχρι σήμερα, συμμετείχα σε παραγωγή στην Ασία, όπου χορογράφος ήταν ο Travis Payne, χόρεψα με την εκπληκτική Kylie Minogue σε συναυλία της, δούλεψα σε παραγωγή που σκηνοθέτησε ο Martin Genest, ο οποίος είναι ο σκηνοθέτης και του JOYA, που είναι παράσταση του “Cirque du Soleil”, είχα σπουδαίο ρόλο σε παράσταση που χορογράφησε ο χορογράφος της ταινίας “Eurovision”, Liam Lunniss και επίσης εργάστηκα για την μοναδική γυναίκα σκηνοθέτη του μιούζικαλ “Jersey Boys”, Holly-Anne Devlin».
Αναφερόμενος στα μελλοντικά σχέδιά του, εξέφρασε την ελπίδα να καταφέρει να λάβει μέρος σε μία παγκόσμια περιοδεία ενός διάσημου καλλιτέχνη, επειδή πρόκειται για «σπάνια βιώματα» στον χώρο του θεάματος, ενώ επιδιώκει να πρωταγωνιστήσει σε μία παραγωγή τύπου contemporary circus, όπως είναι τα έργα του «Cirque du Soleil». Βασικός στόχος του είναι να χορογραφήσει μία «παραγωγή μεγάλης εμβέλειας», ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να αναδείξει τις προσωπικές αντιλήψεις και δυνατότητές του.
Απαντώντας σε ερώτημά μας για το πλήγμα που δέχθηκε ο χώρος του θεάματος λόγω της πανδημίας, σημείωσε ότι «η περίοδος του κορωνοϊού αποτέλεσε τεράστιο εμπόδιο για τη βιομηχανία των τεχνών και το φαινόμενο αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε μεγάλο βαθμό. Πέρα από τον κίνδυνο και την απειλή για την υγεία, καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, πάμπολλες εταιρείες και παραγωγές κήρυξαν πτώχευση. Παρ’ όλα αυτά, για έναν επαγγελματία χορευτή, η διαδικασία παραμένει η ίδια. Το να εργοδοτείσαι σταθερά σαν καλλιτέχνης είναι ένας από τους δυσκολότερους στόχους καριέρας. Αυτοί που τα καταφέρνουν όμως δοκιμάζονται με πολλές προκλήσεις, είτε κατά την περίοδο μιας πανδημίας είτε σε μόνιμη βάση που σχετίζεται με τον έντονο ανταγωνισμό και τις ελλείψεις πόρων. Μέσα απ’ όλα αυτά, όταν ασκούμε το επάγγελμά μας, υπάρχει πάντα η αγωνία και η επιδίωξη για να διατηρείται η ποιότητα, με επίκεντρο την τέχνη που προσδίδει ψυχική ανάταση. Στόχος μας είναι η επικοινωνία με τους εαυτούς μας και τον κόσμο, ο οποίος θα ήταν πολύ χειρότερος χωρίς μουσική, ποίηση, θέατρο, κινηματογράφο, εικαστικές τέχνες και γενικά χωρίς πολιτισμό. Αυτή η πραγματικότητα αναδείχθηκε εντονότερα κατά την κύρια φάση της πανδημίας και η επιβίωση της ανθρωπότητας στηρίχθηκε ξανά στην επιστήμη και στην τέχνη».