Οι μαούνες, τα ιστιοφόρα, τα ατμόπλοια, οι ψαρόβαρκες, η προκυμαία, οι άνθρωποι του λιμανιού της Λεμεσού – ένας ολόκληρος κόσμος μια άλλης εποχής ζωντανεύει μέσα από την προσωπική ματιά του.

Η Λεβέντειος Πινακοθήκη παρουσιάζει τις θαλασσογραφίες του σπουδαίου ζωγράφου, που ανήκει στην πρώτη γενιά Κυπρίων καλλιτεχνών, σε μια έκθεση που επιμελείται η Ελένη Νικήτα.

Ήταν ο μικρότερος από τους τέσσερις γιους του Νεοκλή Ιωαννίδη, γνωστού βιομήχανου και τραπεζίτη της Λεμεσού, και της Ελένης, το γένος Σκυριανίδη, ιδιοκτητών του ξενοδοχείου Forest Park. Μετά την αποφοίτησή του απο το Γυμνάσιο, ο Βίκτωρας Ιωαννίδης εργάστηκε για μια περίοδο, με πρωτοβουλία του πατέρα του, ως λογιστής σε μεγάλη εμπορική εταιρεία.

Η αγάπη όμως και το ταλέντο που είχε από μικρός για τη μουσική και τη ζωγραφική, τον ώθησαν να απορρίψει την προαγωγή που του δόθηκε και να παραιτηθεί. Μαθητής Γυμνασίου ακόμη, ήταν μέλος της Ορχήστρας Μανδολινάτας Λεμεσού. Έπαιζε κιθάρα και βιολοντσέλο υπό τη διεύθυνση του σπουδαίου μουσουργού Χουρμούζιου. Το 1922 γνωρίστηκε με τον ποιητή και ζωγράφο Νίκο Νικολαΐδη, με τον οποίο ανέπτυξε στενή φιλία. Ήταν επίσης στενός φίλος με τον Γιώργο Φασουλιώτη, καθηγητή του της Τέχνης στο Γυμνάσιο, με τον οποίο ίδρυσε το Ατελιέ (1936-1942), το πρώτο εργαστήριο διακοσμήσεων και διαφημίσεων στην Κύπρο.

Ο Νικολαΐδης και ο Φασουλιώτης επηρεάσαν και ενθάρρυναν τον νεαρό Βίκτωρα να ταξιδέψει στην Αθήνα και να ακολουθήσει το όνειρό του να σπουδάσει ζωγραφική. Ήταν ένας απο τους πρώτους Κύπριους που φοίτησαν στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, από το 1923 μέχρι το 1929, με σπουδαίους καθηγητές όπως οι Γεώργιος Ιακωβίδης, Σπύρος Βικάτος και Νικόλαος Λύτρας. Στην Ιστορία της Τέχνης είχε καθηγητή τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Συμφοιτητές του ήταν οι Σπύρος Βασιλείου, Αλέκος Κοντόπουλος, Γεώργιος Ζογγολόπουλος, Αγλαΐα Γεωργοπούλου και Πολύκλειτος Ρέγγος.   

Στη διάρκεια των σπουδών του εργάστηκε ως μόνιμος σκιτσογράφος και συντάκτης σε διάφορα αθηναϊκά έντυπα όπως ο Ελεύθερος Τύπος και η Ελληνική. Υπήρξε ανταποκριτής στο περιοδικό Πρόοδος και εικονογράφος στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος του Συνδέσμου Σκιτσογράφων Αθηναϊκών Εφημερίδων. 

 

Επιστρέφοντας στη Λεμεσό το 1931, επικεντρώθηκε σε συστηματικές έρευνες πάνω στα χημικά χρωματικά μείγματα. Ταξιδεύοντας στην Ιταλία και την Ιταλία, στο πλαίσιο της έρευνας και του πειραματισμού του, δημιούργησε χρώματα σε τέμπερα με βάση τις τεχνοτροπίες των παλιών ιταλικών εργαστηρίων. Με αυτά τα υλικά φιλοτέχνησε πολλούς πίνακες, κυρίως νεκρές φύσεις, πορτρέτα και τοπία. Η ζωγραφική εκ του φυσικού αποτέλεσε το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του. Με την πρώτη του ατομική έκθεση στην Κύπρο το 1951, ο Τύπος της εποχής τού προσέδωσε τον χαρακτηρισμό του «πρώτου σκυταλοδρόμου της εικαστικής κίνησης στην Κύπρο». 

 

ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΙ ΑΝΑΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Μια ξεχωριστή ενότητα του έργου του που αναδεικνύει η Λεβέντειος Πινακοθήκη είναι οι θαλασσογραφίες. Στην έκθεση «Βίκτωρ Ιωαννίδης: θαλασσινοί αναστοχασμοί» θα δούμε μια σειρά έργων που έγιναν από το 1969 ως το 1982, τα οποία έχουν σχεδόν όλα θέμα τους σκηνές από το παλιό λιμάνι της Λεμεσού και το καρνάγιο. Μέσα από τα έργα αυτά αποκαλύπτεται η ιδιαίτερη έλξη του από τη θάλασσα, κυρίαρχο στοιχείο της αγαπημένης του πόλης, της Λεμεσού. 

Ο καλλιτέχνης αφυπηρέτησε από την Εκπαίδευση το 1966. Έτσι, συνταξιούχος πια, έπαιρνε συχνά ένα μικρό καβαλέτο και την κασετίνα με τα χρώματά του και πήγαινε στο παλιό λιμάνι ή στο καρνάγιο για να ζωγραφίσει. Η επιμελήτρια της έκθεσης Ελένη Νικήτα, επισημαίνει ότι εκείνη την περίοδο ο καλλιτέχνης ένιωθε ελεύθερος να δουλέψει όποια ώρα της ημέρας ήθελε.

«Το νερό, τα καράβια, οι βάρκες και η ζωή των ψαράδων είναι τα κύρια θέματά του. Εκεί, με θέα τη θάλασσα της Λεμεσού και με αφετηρία το προσωπικό του βλέμμα, συλλέγει σχήματα, χρώματα, φωτεινότητες, διαφάνειες, σκιές, κίνηση. Τον ελκύουν ιδιαίτερα οι ατμοσφαιρικές αλλαγές, η σχέση του φωτός με το νερό και το στερεό στοιχείο, καθώς και η ποικιλία των χρωματικών αποχρώσεων, των ιριδισμών και των αντανακλάσεων που δημιουργούνται». 

​​

 

Ο Ιωαννίδης ζωντανεύει στον καμβά  διάφορες όψεις και σκηνές της ζωής του λιμανιού, με φόντο το παραλιακό μέτωπο της πόλης: Μαούνες που μετέφεραν εμπορεύματα και επιβάτες· ιστιοφόρα που χρησιμοποιούνταν για ψάρεμα αλλά και για εσωτερικές μεταφορές στην Πάφο και στη Λάρνακα· ατμόπλοια και μεγάλα πλοία σταθμευμένα σε απόσταση από την ακτή· ψαρόβαρκες και σκάφη αναψυχής· η προκυμαία, η αποβάθρα, τα κτήρια του τελωνείου, οι γερανοί και οι άνθρωποι του πολυσύχναστου λιμανιού – ένας ολόκληρος κόσμος της δεκαετίας του ’70 αποδίδεται μέσα από τη δική του ματιά.

Ο καλλιτέχνης, σχολιάζει η επιμελήτρια της έκθεσης, θεωρείται ο δεύτερος υπαιθριστής Κύπριος ζωγράφος, με τη διαφορά ότι ο Ιωαννίδης προχώρησε πιο πέρα, αγκαλιάζοντας διδάγματα του ιμπρεσιονισμού. «Συνδυάζοντας τον υπαιθρισμό με τον ιμπρεσιονισμό, ξεκινούσε το έργο στη φύση, μελετώντας το θέμα του κάτω από το φυσικό φως, και το τέλειωνε στο εργαστήριό του. Οι θαλασσογραφίες του, έργα με κυρίαρχο στοιχείο το νερό, τον έφεραν πιο κοντά στον ιμπρεσιονισμό. Ο Ιωαννίδης μελέτησε και ανέπτυξε με τον δικό του τρόπο βασικές αρχές του ιμπρεσιονισμού. Αποτύπωσε το μεταβλητό, το φευγαλέο και την κίνηση. Δούλεψε με γρήγορες, γεμάτες φως πινελιές, αποφεύγοντας τα έντονα περιγράμματα. Έδωσε πρωταρχική σημασία στο χρώμα».

​Όπως αναφέρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης σε χειρόγραφες σημειώσεις του που διασώζονται στο προσωπικό του αρχείο, τα πρώτα πρόχειρα σχέδια, τις πρώτες «σημειώσεις εντυπώσεων» τις παίρνει πάντοτε στην ύπαιθρο. Ο γιος του Στέλιος επισημαίνει ότι ο καλλιτέχνης μετέφερε τον καμβά ή το χάρντμπορτ του επιτόπου. Άρχιζε να σχεδιάζει πρώτα με μολύβι ή κάρβουνο και στη συνέχεια προχωρούσε με τα χρώματα, ολοκληρώνοντας το έργο στο εργαστήριό του. Ο Ιωαννίδης σχεδίασε επίσης αρκετές θαλασσογραφίες με μελάνι.

Τα περισσότερα από αυτά τα σχέδια, με θέματα από το παλιό λιμάνι και το καρνάγιο, απεικονίζουν παρόμοιες σκηνές με τους ζωγραφικούς του πίνακες και σχεδιάστηκαν την ίδια εποχή (1960-1970). Τα τελικά έργα του δεν αποτελούσαν πιστή αναπαράσταση της εικόνας που αντίκριζε την συγκεκριμένη στιγμή. Δεν τον ενδιέφερε να υποκαταστήσει τον φακό της φωτογραφικής μηχανής αλλά να αποδώσει τη δική του προσωπική ματιά. «Μέριμνά του, να εκφράσει το θέμα του με λογισμό και συναίσθημα, εξυπηρετώντας τις ζωγραφικές αξίες και τεχνικές που πίστευε», παρατηρεί η επιμελήτρια της έκθεσης. 

Σε όλες σχεδόν τις συνεντεύξεις του, ο Ιωαννίδης δήλωνε ότι ήθελε τα έργα του να εμφυσούν στους θεατές τους το αίσθημα της γαλήνης. Η αρμονία στη σύνθεση των ζωγραφικών στοιχείων και οι μελωδικοί «ήχοι των χρωμάτων» να ασκούν γοητεία στον θεατή, να του προσφέρουν αισθητική απόλαυση και να δρουν θεραπευτικά. Όπως εκτιμά η Ελένη Νικήτα, αυτός ήταν προφανώς και ο λόγος για τον οποίο δεν ασχολήθηκε ποτέ με την τουρκική εισβολή στο νησί και το δράμα του κυπριακού λαού που ακολουθήσε, αν και μετά το 1974 παρουσίασε πέντε ατομικές εκθέσεις. Μόνο ένα έργο του εντοπίστηκε, με τίτλο «Ξετοπισμένοι», το οποίο παρουσίασε σε ατομική του έκθεση το 1976. Τα θέματά του συνέχισαν να περιστρέφονται γύρω από τους ίδιους θεματικούς άξονες: Το τοπίο, τις σκηνές από την καθημερινή ζωή των αγροτών, τις θαλασσογραφίες, τα πορτρέτα, τα γυμνά και τις νεκρές φύσεις. 

Λευκωσία, Λεβέντειος Πινακοθήκη, «Βίκτωρ Ιωαννίδης: θαλασσινοί αναστοχασμοί». Από τις 13 Οκτωβρίου ως τις 5 Δεκεμβρίου 2021. Επιμελήτριες δρ Ελένη Νικήτα και Κατερίνα Στεφανίδου. 

Κεντρική φωτο: Το Παλιό Λιμάνι Λεμεσού , 1973

Φιλελεύθερα, 10.10.2021.