Ήταν εμφανές ότι ο 16χρονος με τα τατουάζ στα χέρια ήθελε να περάσει την εικόνα του σκληρού – η άμυνα ενός παιδιού μεγαλωμένου μέσα σ’ ένα περιβάλλον συγκρούσεων και απόρριψης. Τον ρώτησα το όνομα του και μου είπε το ονοματεπώνυμο του, προσθέτοντας ότι μετά τον χωρισμό των γονιών του θέλει ν’ αλλάξει το επίθετο του που είναι αυτό του πατέρα του και να πάρει το επίθετο της μητέρας του. Τον ρώτησα «γιατί» και μου είπε ότι «δεν τον χωνεύει».

Τα λόγια του έπεσαν ανάμεσα μας σαν χειροβομβίδα που την έριξε έτσι άνετα με ελαφριά καρδιά αδιάφορος για…τις συνέπειες. Τον ρώτησα «πώς πάει στο σχολείο» και με πληροφόρησε ότι είναι η πρώτη του χρονιά στο σχολείο αυτό. Και ότι είχε μείνει στάσιμος λόγω απουσιών που ξεπέρασαν τις επιτρεπόμενες, μετά που το προηγούμενο σχολείο τον τιμώρησε με 8ήμερη αποβολή γιατί έδειρε ένα συμμαθητή του μέσα στην τάξη.

Τον ρώτησα γιατί κτύπησε τον άλλο και μου είπε χωρίς να πάρει ανάσα: «Πέταξε μια βρισιά για τη μάνα μου και του γύρισα την καρέκλα. Έφερε τον πατέρα του που ήρθε και με βρήκε και μου είπε ότι δεν έχω καλή ανατροφή στο σπίτι. Νευρίασα γιατί το θεώρησα κι αυτό βρισιά για τη μάνα μου ότι δεν μου έδωσε καλή ανατροφή και τον μούνταρα και τον ξιτίμασα».

Του ζήτησα να μου πει «πώς περνά» τη μέρα του. «Θέλω να περνώ καλά τη μέρα μου σήμερα και δεν με κόφτει ούτε για χτες ούτε για αύριο. Θέλω να δω σήμερα τι θα κάνω για να περάσω ωραία και δεν με απασχολεί τίποτε άλλο. Βλέπω μόνο το σήμερα».

Ο θυμωμένος έφηβος βλέπει λοιπόν μόνο το σήμερα…Κι αυτό που θέλει βασικά είναι…ν’ απουσιάζει. Μέσα σ’ ένα κόσμο που νιώθει να τον απειλεί από παντού, θέλει την ασφάλεια της καθήλωσης και της ίδιας τάξης λόγω απουσιών