Λίγες σκέψεις για τη μετάβαση, τη βιωσιμότητα και το μέλλον του κυπριακού θεάτρου.

Από τότε που ο Θέσπις έκανε ένα βήμα έξω από τον Χορό, το θέατρο βρίσκεται σε μεταβατική φάση. Η μετάβαση χαρακτηρίζει και τη σημερινή κατάσταση, μόλο που πολλοί τη θεωρούν περισσότερο δομική και ριζική, κάτι σαν κρίση, αλλά όχι- θέλω να πιστεύω- με την έννοια της κατάρρευσης, όσο περισσότερο μια αργής, αλλά επίμονης αποδιάρθρωσης του μοντέλου πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε η θεατρική παραγωγή του 20ού αιώνα. Το θέατρο εξακολουθεί να παράγεται, να συγκινεί και να επιμένει, ωστόσο μεταβάλλονται ριζικά οι όροι ύπαρξής του.

Σε διεθνές επίπεδο, εντοπίζονται σαφή και χαρακτηριστικά συμπτώματα. Στην Ευρώπη, η ελάττωση των δημόσιων επιχορηγήσεων και η εκτόξευση του λειτουργικού κόστους πιέζουν ακόμη και κραταιούς θεσμούς, με διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό οργανισμών να προβλέπει ελλείμματα και να συγκρατεί τη δραστηριότητά του.

Στη Βρετανία, σχεδόν το 40% των θεατρικών χώρων βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο βιωσιμότητας χωρίς ουσιαστική ενίσχυση, ενώ η μεταπανδημική πραγματικότητα έχει μεταβάλει και τη συμπεριφορά του κοινού, που πλέον αναζητά εμπειρίες πιο άμεσες, πιο προσωποποιημένες και λιγότερο «θεσμικές».

Στις ΗΠΑ, ακόμη και η φαινομενική ευημερία του Μπρόντγουεϊ συγκαλύπτει μια οικονομία στην πραγματικότητα εύθραυστη, αφού ελάχιστες παραγωγές καταφέρνουν να είναι πραγματικά κερδοφόρες.

Πίσω από αυτές τις διαφορετικές εκδοχές, διαγράφεται ένα κοινό υπόστρωμα. Το παραδοσιακό μοντέλο που χαρακτηρίζεται από σταθερό χώρο, μακροημερεύουσες παραγωγές, σαφή διαχωρισμό ρόλων και βιώσιμη σχέση με το κοινό δυσκολεύεται πια να ανταποκριθεί στις σύγχρονες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες. Παραδόξως, όμως, ή και εύλογα, η θεατρική δημιουργία όχι μόνο εξακολουθεί να υπάρχει αλλά και πολλαπλασιάζεται. Εκείνο που μοιάζει να υποχωρεί είναι η δυνατότητα συγκρότησης ενός σταθερού οικοσυστήματος που να τη στηρίζει.

Μέσα σ’ αυτό το τοπίο, η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά ούτε και μια απλή μικρογραφία. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι λειτουργεί ως μια συμπυκνωμένη εκδοχή των ίδιων προβλημάτων, με τις ιδιαιτερότητες μιας μικρής κλίμακας. Εδώ δεν έχουμε μια ακάτασχετη υπερπαραγωγή τύπου Αθήνας, όπου εκατοντάδες παραστάσεις ανταγωνίζονται για ένα κατακερματισμένο κοινό. Έχουμε ένα πεδίο σαφώς μικρότερο, όπου όμως η βιωσιμότητα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη δημόσια χρηματοδότηση. Θέλοντας και μη, η ευθύνη για το τι θέατρο έχουμε μετατοπίζεται στην πολιτεία, η οποία δεν είναι ακόμη έτοιμη να τη διαχειριστεί.

Θεωρητικά, το σχέδιο επιχορηγήσεων Θυμέλη αποτελεί, από την άποψη αυτή, έναν κρίσιμο πυλώνα που ευτυχώς δεν αφήνει στο οικοσύστημα το περιθώριο μιας μοιραίας αυτορρύθμισης. Δεν είναι τυχαίο ότι το ίδιο το πλαίσιο θέτει ως στόχο όχι μόνο την παραγωγή, αλλά και την ανάπτυξη κοινού, τη στήριξη νέων δημιουργών και την ενίσχυση της κυπριακής δραματουργίας. Σε επίπεδο αρχών, μάλιστα, επιχειρεί να ενσωματώσει σύγχρονες ευρωπαϊκές αντιλήψεις: προβλέπει συμβάσεις εργασίας, αποτροπή αδήλωτης εργασίας και υποχρέωση τήρησης βασικών εργασιακών όρων.

Ωστόσο, εκεί ακριβώς αναδεικνύεται και η βασική αντίφαση της κυπριακής συνθήκης. Διότι ενώ το πλαίσιο επιχειρεί να θεσμοθετήσει όρους αυστηρού επαγγελματισμού, η ίδια η δομή της παραγωγής παραμένει εγγενώς επισφαλής. Οι παραστάσεις είναι πολύ περιορισμένης διάρκειας, οι ομάδες λειτουργούν συχνά με υβριδικούς ρόλους (δημιουργός–παραγωγός–εργοδότης) και το οικονομικό ρίσκο δεν εκλείπει, αλλά μετακυλίεται. Συνεπώς, η επισφάλεια μάλλον ενσωματώνεται και γίνεται κανονικότητα σ’ ένα περιβάλλον πιο «ρυθμισμένο».

Στο αθηναϊκό τοπίο παρατηρείται ένα πλήθος μικρών, συχνά βραχύβιων σχημάτων που λειτουργούν χωρίς κοινό ορίζοντα και με όρους εξάντλησης. Στην Κύπρο, αντίθετα, η κρίση δεν τόσο ποσοτικής χροιάς όσο δομικής. Εδώ δεν υπάρχει η κρίσιμη μάζα κοινού που να μπορεί να στηρίξει οικονομικά ένα θέατρο που να μη θεωρεί την επιχορήγηση δεδομένη. Συνεπώς, η επιβίωση του πεδίου εξαρτάται άμεσα από την αποτελεσματικότητα -και τη δικαιοσύνη- του συστήματος χρηματοδότησης, γεγονός που καθιστά απαραίτητο σε όλους να μην ξεγελιούνται από τυχόν περιστασιακή «εύνοια».

Επιπρόσθετα, οι επιχορηγήσεις καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το τι και υπό ποιες συνθήκες παράγεται, κάτι που καθιστά δευτερεύον το «ποιος παίρνει τι». Στο διεθνές περιβάλλον, πέρα από την ενίσχυση της παραγωγής, το διακύβευμα έχει να κάνει με την ενίσχυση των υποδομών, της εκπαίδευσης, της διάρκειας και των όρων εργοδότησης. Η πρόκληση, είναι να βρεθεί φόρμουλα που να επιτρέπει στις παραγωγές να αποκτούν δεύτερη ζωή, να ταξιδεύουν, να δημιουργούν σχέσεις με κοινότητες.

Στην Κύπρο η ανάγκη αυτή δεν μοιάζει να είναι και τόσο επιτακτική, αν και θα έπρεπε. Η μικρή κλίμακα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα, επιτρέποντας ευελιξία, συνεργασίες, διασύνδεση. Συχνά, όμως, λειτουργεί αντίστροφα, ως ένα κλειστό κύκλωμα περιορισμένων πόρων, όπου η ανακύκλωση των ίδιων δομών δυσκολεύει την ουσιαστική ανανέωση.

Πάντως, κάποιες καλλιτεχνικές προτάσεις φαίνεται να ανταποκρίνονται δημιουργικά στην κρίση. Έτσι, προκύπτουν παραστάσεις που μετακινούνται σε μη θεατρικούς χώρους, που πειραματίζονται με τη μορφή και τον χώρο, που επενδύουν στη σχέση με τον θεατή κι όχι στο μέγεθος της παραγωγής. Και αναδύεται σταδιακά ένα άλλο μοντέλο, λιγότερο εξαρτημένο από την υποδομή και περισσότερο από την ιδέα, την ευελιξία, την προσαρμοστικότητα.

Όλα αυτά είναι στοιχεία που καθορίζουν (και καλλιτεχνικά εννοώ) το ίδιο το παραγόμενο έργο και κατά προέκταση το τοπίο. Και το κρατικό θέατρο, ο ιστορικότατος Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, πρέπει να το πάρει απόφαση -και ίσως να προβληματιστεί- από το γεγονός ότι δεν είναι πλέον ο ρυθμιστής.

Ενδεχομένως, λοιπόν, το κλειδί της επόμενης μέρας να εντοπίζεται κάπου εκεί. Όχι στη νοσταλγία και την επιστροφή σε ένα παρελθόν που υπάρχει ακόμη περισσότερο τιμής ένεκεν, αλλά σε μια επαναδιατύπωση των όρων με στόχο ένα θέατρο που δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των παραγωγών ή των θεατών, αλλά με τη δυνατότητα να δημιουργεί σχέσεις μεταξύ καλλιτεχνών, κοινού και κοινωνίας.

Ίσως ένα ακόμη ζητούμενο να είναι, πέρα από την αριθμητική παραγωγή, να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι παραστάσεις που ήδη παράγονται να μπορούν να αναπνεύσουν, να διαρκέσουν και να αποκτήσουν νόημα πέρα από τη στιγμή της πρεμιέρας ή για τις λίγες εβδομάδες ζωής που τους αναλογούν.

Μοιάζει άπιαστος αυτός ο στόχος, αλλά η διεκδίκησή του μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αν οι συνθήκες που παράγουν το θέατρο μπορούν να το στηρίξουν ως δημόσια εμπειρία. Και η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί να είναι μόνο καλλιτεχνική.

Ελεύθερα, 3.5.2026