Αντρέας Τιμοθέου: «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ», εκδόσεις Παράκεντρο, 2020.

Ο Αντρέας Τιμοθέου, μόλις τριάντα χρόνων, είναι ένας αξιόλογος και ενδιαφέρων πνευματικός  δημιουργός με αξιομνημόνευτο παλμαρέ αισθητικών κατακτήσεων, το οποίο συναποτελείται ήδη από πέντε ποιητικές συλλογές και μια συλλογή διηγημάτων. Το «Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ» είναι το έκτο εκδομένο έργο του συγγραφέα, μία εκτενής ποιητική συλλογή που περιλαμβάνει εκατό ποιήματα, χωρισμένα σε οκτώ ενότητες.

Συνολικά, θα χαρακτήριζα την ποίηση του Α.Τ. ενδογενή, εσωστρεφή, ενδοσκοπική, με βαθιά εσωτερικότητα, πηγαία αυτοαναφορικότητα και καίριες εσωτερικές αναζητήσεις. Πρόκειται για ποίηση που κινείται εναγωνίως σε συναισθηματικές φιλοσοφικές οδούς, ημιφωτισμένες και μυστηριακές. Ποίηση που ελαύνεται από το εγώ, αλλά όχι αυτό της επιφάνειας και της παρόρμησης, αλλά αυτό του βάθους και της ανάλυσης.

Μιλώντας, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου, από την ίδια στήλη, για την ποίηση του Α.Τ. είχα επισημάνει ότι «…προβάλλει ως δημιουργός με κατασταλαγμένες αισθητικές στοχεύσεις, με αποκρυσταλλωμένες αντιλήψεις περί ποιοτικής, …με οικονομία λόγου και νοηματική πυκνότητα». Σημείωνα ακόμη πως χαρακτηρίζεται «τόσο από την ευρύτητα των θεματικών του, όσο και από την πολυποικιλότητα των συμβολισμών που αξιοποιεί». («Φ», 4 Δεκεμβρίου 2016). Σήμερα εύχαρις διαπιστώνω ότι οι αρχικές μου επισημάνσεις ευσταθούν και πλέον μπορούν να τεκμηριωθούν ακόμα παραπάνω.

Ας επιστρέψουμε λοιπόν στο υπό παρουσίαση βιβλίο. Ειδικά στην πρώτη ενότητα «Των συστάσεων», ο ποιητής αναδεικνύει μια γυναικεία πλευρά θέασης των πραγμάτων, υιοθετώντας βιωματικές οπτικές που του κληροδότησαν γυναικείες μορφές, οι οποίες πέρασαν από τη ζωή του, αφήνοντας σημάδια ανεξίτηλα. Η ευαισθησία και η τρυφερότητά προσωποποιούνται σωρευτικά στο γυναικείο φύλο: «Τα βράδια με φιλούν νεκρές γυναίκες / μου τάζουνε μια βέβαιη ήττα. / Αφήνουν ψίθυρους επάνω στο λαιμό / χωρίς κακία ή αφορμή, / μου εμπιστεύονται ευθύνες»! (σελ. 14).

Ειδικά οι στίχοι για τη μητέρα του ποιητή προσλαμβάνουν ελεγειακό ύφος. Είναι φορτισμένοι με συναισθηματική κατάνυξη αλλά και ανεπιτήδευτη, εξωστρεφή αυτοαναφορικότητα. Εδώ η μνήμη λειτουργεί τόσο ως ψυχικό βάλσαμο, όσο και ως αισθητικό εφαλτήριο. Αυτό αποκόμισα, διαβάζοντας κυρίως τα ποιήματα «Στα χρόνια της αφής» (σελ. 16) και «Όσα δεν είπαμε». (σελ. 17)

Από την πρώτη ενότητα ξεχώρισα ακόμη ένα ποίημα αυτοπροσδιορισμού, αυτοανάλυσης, παραστατικό και εύγλωττο. Με συμπύκνωση στα νοήματα, με γλαφυρότητα στις εικόνες, με συναισθηματικό δέος ως προς την ενοραματική στόχευση του: «Κάποτε θα γίνω ένα ζαχαρί φόρεμα. / Θα φτάνει μέχρι τον αστράγαλο / να παρασέρνει όσα μου στέρησε η γη. / Θα’ ναι πλουμιστό / με λεπτομέρειες και λίθους, / επενδυμένο από μετάξι και αρώματα ακριβά». (σελ. 33)

Η σχέση του Α.Τ. με τα πράγματα είναι βιωματική, με φιλοσοφική-υπαρξιακή προδιάθεση. Κι είναι συνάμα μια σχέση ουδόλως φετιχιστική. Τα πράγματα στην ποίηση του Α.Τ. ιστορούν βιώματα και καταστάσεις, ιχνηλατούν συναισθήματα, οράματα και προσδοκίες. Και ταυτόχρονα εκπέμπουν πυκνά νοήματα και βαθιά μηνύματα: «Τα πράγματα βρήκαν καινούργια θέση, / λησμονούν σιγά- σιγά το πρώτο αίμα. / Μαρτυρούν μονάχα / όση ομορφιά διδάχθηκα / κι όση ζωή μου μένει». (σελ. 22).

Γενικά, ο ποιητής πιστεύει στη μεταφυσική διάσταση των πραγμάτων. Συχνά επιχειρεί να προσδώσει μυστικισμό – κρυπτικότητα στις προσεγγίσεις του. Γι’ αυτό μιλά για ξόρκια και δοξασίες, ενώ προτρέπει: «…να μου μιλάς με προσευχές, / αν ξέρεις από κόλαση». (σελ. 35)

Ξεχωριστή αναφορά θα ήθελα να κάμω στο διάλογο που αναπτύσσει ο Α.Τ. με μια σειρά από ποιητές, κυρίως ποιήτριες, στις οποίες αφιερώνει χωριστά ποιήματα του. Στη Ναδίνα Δημητρίου, στην Έλενα Τουμαζή – Ρεμπελίνα, στη Φροσούλα Κολοσιάτου, στην Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου, αλλά και στον Μιχάλη Ζαφείρη. Στο κάθε ποίημα επιχειρείται να δοθεί και μια γεύση από το αισθητικό στίγμα της κάθε ποιήτριας ή ποιητή στους οποίους αναφέρεται. Ιδιαιτέρως εύστοχο και συμπυκνωτικό θεωρώ αυτό που αφιερώνεται στη Φρ. Κολοσιάτου, γι’ αυτό και το παραθέτω ολόκληρο: «Οι αττικές της λέξεις / αγωνιούν για τον τόπο της, / συστήνουν αγώνες / και μαύρα ποιήματα. / Η φιλόξενη γη της, / χάδι μητέρας / δίχως φιλί». (σελ. 56)

Η ενότητα «Της αποδημίας», ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνει και δεκατρία ποιήματα αφιερωμένα στη γιαγιά του ποιητή. Και είναι όλα γεμάτα τρυφερότητα, αγάπη, ευαισθησία, συγκινησιακό φόρτο, συναισθηματικό ειρμό, αλλά και αισθητικό κάλλος. Απλές καθημερινές στιγμές, εικόνες, λέξεις, φράσεις ή κινήσεις που επιλέγονται προσεκτικά και αναδεικνύονται ποιητικά: «Καθάρισα την ξύλινη καρέκλα σου με ανθόνερο / όπως καθαρίζαμε τότες / τα εικονίσματα των Αγίων. / Σε ρωτούσα γιατί / και μου απαντούσες ‘από αγάπη’. / Από αγάπη και τώρα…». (σελ. 68)

Αφού ο Α.Τ. μιλά για εκδημήσαντες, πρώτα για τη γιαγιά και μετά για τον παππού του, δεν έχει παρά να θεματοποιήσει την ίδια την απουσία, συνολικά, σωρευτικά, καθολικά. Το πράττει μάλιστα πάντα με επάρκεια, λιτότητα, παραστατικότητα, εκφραστικότητα και δέος: «Απλώνω στον χρόνο καλοσιδερωμένα πουκάμισα, / η μόνη μαρτυρία μέριμνας… / Εσύ που δεν άδειασες ποτέ ένα ερμάρι ξένο, / δεν ξέρεις πώς μυρίζει η απουσία». (σελ. 85)

Ολοκληρώνω αυτή την παρουσίαση με μια αναφορά στις περιδιαβάσεις του ποιητή σε διάφορες πόλεις της Κύπρου και του κόσμου, όπου τέμνει την εικόνα με το συναίσθημα, συχνά αναδεικνύοντας βαθύτερους, αλλά και σύγχρονους προβληματισμούς. Τον ενδιαφέρει πρωτίστως η ανθρωπογεωγραφία των πόλεων και όχι βέβαια η πολεοδομική τους ρυμοτομία. Η ματιά του δεν είναι ματιά περιηγητή, αλλά ματιά στοχαστή. Από αυτή την ενότητα επιλέγω το ευσύνοπτο ποίημα για τη γενέθλια πόλη του ποιητή, τη Λάρνακα: «Στο κέντρο της πόλης, / μες τα ερείπια των αρχοντικών / μιας άλλης εποχής / τα περιστέρια ακόμα ερωτεύονται». (σελ.117)

g.frangos@cytanet.com.cy