«Frozen. Κάτω από τον πάγο» της Μπραϊόνι Λέιβερι σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου.

Το ερώτημα αν ο εγκληματίας γεννιέται ή γίνεται πρέπει να είναι τόσο παλιό όσο και η επιστήμη της εγκληματολογίας. Σε γενικές γραμμές, εντούτοις, οι περισσότεροι ειδικοί θεωρώ ότι κατά βάθος απορρίπτουν τον βιολογικό ντετερμινισμό και περισσότερο συγκλίνουν με απόψεις όπως του Άιζενκ, ότι δηλαδή πρόκειται για συνδυασμό περιβαλλοντικών, νευροβιολογικών, ψυχολογικών και άλλων παραγόντων. Κατά τη δική μου ταπεινή γνώμη μια πολύ σκοτεινή πλευρά υπάρχει σε όλους και δυνητικά μπορούμε να γίνουμε εγκληματίες, φονιάδες, κατά συρροή δολοφόνοι. Οι ρίζες της βίας δεν είναι μόνο βιολογικές, ούτε μόνο κοινωνικές. Είναι κατανοητό, φρονώ, ότι οι ανυποχώρητες απόψεις μπορεί να παρασύρουν σε περιθωριοποιητικές συμπεριφορές.

Το έργο της Μπραϊόνι Λέιβερι «Frozen» δεν αναζητεί τις ρίζες της παράλογης βίας, αλλά μάλλον περισσότερο τη διαχείριση των αποτελεσμάτων της, των ηθικών και συναισθηματικών συνεπειών μιας αποτρόπαιας υπόθεσης απαγωγής και δολοφονίας παιδιών. Δεν επιχειρεί να δώσει επιστημονικές απαντήσεις σ’ αυτά τα τόσο σύνθετα ζητήματα, ούτε να προβεί σε  ρητορικά κοινωνιολογικά συμπεράσματα. Το ίδιο το ερώτημα είναι από μόνο του τόσο συγκλονιστικό και ανατρεπτικό που μπορεί να βρει το έδαφος για να καρποφορήσει ο σπόρος ενός γυμνού προβληματισμού.

Είναι ένας προβληματισμός που θα μάς αφορούσε ακόμη κι αν δεν ήταν τόσο νωπές οι μνήμες από την υπόθεση Νίκου Μεταξά, κι αν δεν ερχόταν τόσο συχνά αντιμέτωπη η κοινωνία μας με περιστατικά σεξουαλικής ή άλλης κακοποίησης παιδιών και ενηλίκων, αν δεν είχε σταθεί μόνιμα στον λαιμό μας το αγκάθι της ανησυχίας για τον γεμάτο λύκους διεστραμμένο κόσμο στον οποίο είναι εν δυνάμει εκτεθειμένες οι Κοκκινοσκουφίτσες μας. Η Αύρα Σιδηροπούλου προτιμά να εστιάζει στην εσωτερική, την ενδόμυχη πτυχή. Είναι μια φαινομενικά μόνο φορμαλιστική προσέγγιση που αναζητεί το βάθος, την ψίχα. Αυτός ο συντονισμός με τους μύχιους ρυθμούς αποκαλύπτει το περιεχόμενο, την αλήθεια. Είναι μια στρατηγική απόκλιση με στόχο την ουσία.

Η παραγωγή του Θεάτρου Σκάλα ξεχειλίζει ως προς την ποιότητα παραγωγής, διότι κάθε λεπτομέρεια φαίνεται να προκύπτει με μόχθο, οδύνη αλλά και έμπνευση. Η σκηνοθέτρια δεν πέφτει στην παγίδα μιας σαστισμένης αναζήτησης και μιας στείρας ανατομής της κοινοτοπίας του κακού. Ούτως ή άλλως, το έργο από μόνο του έχει μια σχηματική θεώρηση πάνω στο ακανθώδες θέμα του. Αυτό που ψάχνει είναι πέρα από τα κίνητρα των πράξεων. Η θεωρητική αοριστία του δεν την πτοεί, πασχίζει να το προσδιορίσει πιέζοντάς το προς τα μέσα. Δεν αδιαφορεί φυσικά για τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι τείνουν να διοχετεύουν και να ερεθίζουν τα πιο βίαια και τοξικά τους ένστικτα. Δεδομένου όμως ότι βάση όλων είναι η ανθρώπινη φύση, φτιάχνει κόμπο- κόμπο ένα περιδέραιο από αμφισημίες, χωρίς να επιζητεί την ταύτιση, αλλά ούτε και την αποστροφή.

Κυριαρχεί μια απέραντη παγωμένη θάλασσα συναισθημάτων και η Λέιβερι περιγράφει αυτό που συμβαίνει ξεχωριστά στον καθένα από τους τρεις χαρακτήρες- τον κατά συρροή δολοφόνο, τη μητέρα του θύματος, την ψυχίατρο- κατά τη διαδικασία της απόψυξης. Η ανησυχητική γαλήνη μιας παγωμένης ερήμου θαρρείς ότι τυλίγει τη σκηνή σε οπτικό, ακουστικό και ψυχολογικό επίπεδο. Είναι η πρόκληση που αγκαζέ με τον θεατή αντιμετωπίζει και η σκηνοθέτιδα, ένας γρίφος που θέτει στον εαυτό της, η λύση του οποίου περνά από την αδιείσδυτη διαδρομή προς τη λύτρωση, την αυτογνωσία, την αποδοχή.

Η Σιδηροπούλου εμπιστεύεται και πάλι τους μόνιμους συνεργάτες της, τον Γιώργο Τενέντε (σκηνικά, κοστούμια), τον Βάνια Απέργη (μουσική), την Άρτεμη Τζάβρα-Μπούλοκ (βίντεο), για να έχει το πολυδιάστατο υπόβαθρο επί του οποίου αναπτύσσει τους συλλογισμούς της πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, σ’ ένα διαρκές επιτακτικό παρόν.

Οι ζωές και αγωνίες των τριών πρωταγωνιστών συμπιέζονται στη μέγγενη του αναπόδραστου. Οι τρεις ηθοποιοί, Στέλιος Καλλιστράτης, Μόνικα Μελέκη, Λέα Μαλένη, είναι εμφανές ότι διήνυσαν πολλά «χιλιόμετρα» εσωτερικής αναζήτησης και έρευνας σε σημείο που σε κάνουν να διερωτάσαι: πώς μπορεί κανείς να παραμένει ο ίδιος άνθρωπος όταν καλείται να σκαλίσει με τέτοιο δόσιμο το σκοτάδι του εαυτού του;

Κάπως αμυδρά θυμάμαι την προσέγγιση του Τάκη Τζαμαργιά πάνω στο έργο αυτό, το 2008 στην τότε Νέα Σκηνή του ΘΟΚ. Έχω την αίσθηση ότι οι υποκριτικές γραμμές ήταν πιο αδρές και το βάρος είχε δοθεί στην ενίσχυση του ούτως ή άλλως υποτυπώδους δραματουργικού κομματιού. Η πρόταση του Θεάτρου Σκάλα είναι κάτι παντελώς διαφορετικό. Η σκηνοθέτρια έχει ένα πιο σφιχτό όραμα εντός του οποίου εντάσσει και την τελευταία λεπτομέρεια και την τελευταία παράμετρο. Μια σύλληψη που συνδυάζει την ακαδημαϊκή πιστότητα με την υπαρξιακή καταβύθιση και την ψυχαναλυτική αλληγορία με τη συγκινησιακή ένταση.