«Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ σε σκηνοθεσία Βαρνάβα Κυριαζή.
Και στο τέλος χωρίζουν! Να με συγχωρήσετε που από την πρώτη κιόλας πρόταση προβαίνω σ’ ένα ασυγχώρητο spoiler (επιτρέπεται κύριε Μπαμπινιώτη;) για την «Προδοσία» του Χάρολντ Πίντερ. Συνεπώς, δεν έχετε κάποιον σοβαρό λόγο να πάτε να δείτε μια θεατρική πρόταση όπως αυτή της Alpha Square στη Λεβέντειο Πινακοθήκη εφόσον ήδη γνωρίζετε την έκβαση της πλοκής, σωστά; Λάθος. Γιατί αυτό θα ίσχυε αν ακολουθείτο γραμμική αφήγηση, όμως εδώ ούτως ή άλλως μαθαίνουμε την τελειωτική εξέλιξη από την πρώτη κιόλας σκηνή.
Δεν θα ήταν καθόλου κακό ή αδιάφορο έργο η «Προδοσία» αν ο συγγραφέας επέλεγε να παραθέσει με χρονολογική σειρά τα γεγονότα -το χρονικό μιας απιστίας με ορίζοντα δεκαετίας. Η υπόθεση θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στις παροιμίες «ο κουμπάρος την κουμπάρα δυο φορές την εβδομάδα» ή «ο άντρας μου είναι κερατάς κι εγώ καλή γυναίκα». Ένα κλασικό ιψενικό τρίγωνο που καταλήγει στην επώδυνη ανακάλυψη της φλωμπερικής Μαντάμ Έμμας Μποβαρί (τυχαία άραγε η συνωνυμία με την Έμμα της «Προδοσίας»;) ότι η μοιχεία μπορεί να αποδειχτεί εξίσου βαρετή με τον γάμο.
Ωστόσο, και μόνο τον διόλου ευκαταφρόνητο παράγοντα του πιντερικού λόγου να προσθέσεις, απογειώνεται. Μια γλώσσα κοφτή, «τραυματισμένη», ταλαντευόμενη από τις σιωπές και τα μισόλογα, βουτηγμένη στις αντιφάσεις και τις αμφιθυμίες. Ο λόγος υπερβαίνει τη γλώσσα και δεν εκφράζεται απλώς, σπαρταράει μέσα στα πολύπλοκα και ατελή δίχτυα της ανθρώπινης συνθήκης.
Όμως αυτό δεν είναι αρκετό για τον συγγραφέα, που το ενισχύει με το ιδιοφυές τέχνασμα της χρονολογικά αντίστροφης αλληλουχίας. Μια καθοριστική, παρεμβατική κίνηση που ανακατεύει την τράπουλα προκειμένου να εντείνει την αμφισημία. Η αφηγηματική γραμμή εκκινεί από το τελικό φαρμάκι για να καταλήξει στο πρώτο σκίρτημα. Η δομή αυτή υπογραμμίζει το μη αναστρέψιμο της πορείας του ανθρώπινου βίου, όπως την καθορίζουν οι επιλογές μας. Και το υπογραμμίζει αποδομώντας το. Ένα ανάποδο ταξίδι στον χρόνο που εγκλωβίζει τον θεατή στον κλοιό του αναπόφευκτου, καθώς ανατέμνει βασανιστικά το προβλέψιμο τέλος μιας σχέσης, ενός γάμου και μιας φιλίας: το αντίστροφο χρονικό της αποξένωσης. Μη αναστρέψιμη άλλωστε είναι και η προδοσία: δεν εξιλεώνεται, δεν επουλώνεται.
Οι αναμνήσεις είναι ζωντανές γιατί τις βλέπουμε καθώς συμβαίνουν. Είναι σαν να παρακολουθείς ένα ξετυλιγμένο κουβάρι σταδιακά να ξανατυλίγεται, αποκαλύπτωντας το πλέγμα των αλληλένδετων σχέσεων μαζί με τις δυναμικές του. Με τον τρόπο αυτό ο Πίντερ προβαίνει σε μια ψυχολογική μελέτη της ανθρώπινης φύσης, προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά αποσυνθέτοντάς τη. «Προβαίνει», ναι, όχι «προέβη». Και «προσπαθεί». Γιατί στους πραγματικά μεγάλους αρμόζει ο αιώνιος ενεστώτας.
Ο Βαρνάβας Κυριαζής στην παραγωγή αυτή δεν βρίσκει λόγο να αποδομήσει ένα ήδη αποδομητικό κείμενο. Δεν υπάρχει κάποιο αίνιγμα προς επίλυση. Μένει πιστός στο πνεύμα, τους κώδικες και τις οδηγίες του συγγραφέα, γνωρίζοντας ότι εξ ορισμού μια παράσταση μεταφρασμένη σε άλλη γλώσσα αναπόφευκτα αδικεί τον σμιλεμένο στη λεπτομέρεια ποιητικό λόγο. Συνεπώς, εστιάζει στις συμπεριφορές των χαρακτήρων και τα τραγικά υπαρξιακά τους αδιέξοδα κι όχι στα γεγονότα, στην ίδια την αντεστραμμένη πλοκή. Μια ορθόφρονα μινιμαλιστική αλλά ακριβής σκηνοθετική οπτική πάνω σ’ ένα «έργο ηθοποιών». Οι ήρωες είναι ουσιαστικά «ολόγυμνοι» στη σκηνή, άσχετα αν φορούν συνεχώς τα ρούχα τους. Είναι εκτεθειμένοι στο βλέμμα του θεατή, που εξονυχίζει τις προθέσεις, τις εμμονές, τις διακυμάνσεις τους σε κάθε βλέμμα, κάθε κίνηση, κάθε αδιόρατο νεύμα, αλλά και στην αμηχανία, το τρέμουλο της αποκάλυψης, τις παύσεις, τους δισταγμούς, τις εμμονικές επαναλήψεις.
Οι ηθοποιοί, Νιόβη Χαραλάμπους, Ανδρέας Τσέλεπος, Ανδρέας Αραούζος, καταθέτουν μια λεπτοδουλεμένη, δαντελένια εργασία για να διασφαλίσουν αυτή την τόσο ευάλωτη ισορροπία. Η ψυχική αντάρα των ηρώων σταδιακά αναδιπλώνεται, σαν ένας ανελέητος αγώνας σκουός που σταδιακά ξεθυμαίνει. Παρακολουθούμε έξοχες ερμηνευτικές εργασίες, με την ουσία να προκύπτει απ΄όσα αποδίδονται πλαγίως, ανάμεσα στα ημιτόνια των ψεμμάτων ή των μεταπτώσεων. Υπηρετούν υποδειγματικά την πρόθεση του συγγραφέα και κατ΄επέκταση του σκηνοθέτη να τους κλείσουν μέσα στο περίγραμμα των χαρακτήρων και ταυτόχρονα να τους αφήσουν εντελώς πελαγωμένους μέσα σε μια θάλασσα κρυφών νοημάτων και ανομολόγητων προθέσεων.
Οι διειδυτικοί φωτισμοί του Σταύρου Τάρταρη πηγαίνουν επίτηδες «κόντρα» στους ήρωες, σαν να προσπαθούν να καλύψουν τη νοητή γύμνια τους. Πιο αβρή και βοηθητική είναι η μουσική παρέμβαση του Γιώργου Κολιά. Το βίντεο με τις κατατοπιστικές ημερομηνίες δεν είναι ακριβώς περιττό, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο των προθέσεων του σκηνοθέτη να τιμήσει τη γραμμή του συγγραφέα και να μην αφήσει περιθώριο στον θεατή να μπερδέψει τη σειρά των συμβάντων. Το ίδιο ισχύει και για τη συμμετοχή του τέταρτου ηθοποιού, του τίμιου Εύρου Βασιλείου, στον δευτερεύοντα ρόλο του σερβιτόρου ο οποίος καθόλου σπάνια απαλείφεται σε ανεβάσματα ανά τον κόσμο. Η σκηνογραφική και ενδυματολογική έρευνα του Γιώργου Γιάννου, εκτός από λειτουργική, έχει ηθελημένα μια διαχρονική χροιά και διατηρεί μια σαφή χωροχρονική απόσταση από την προθατσερική Αγγλία (και Βενετία) όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα.
Φιλελεύθερα, 8/11/20