Τάσος Αριστοτέλους: «Άνθρωποι», εκδόσεις Αναστάση Αριστοτέλους, 2020

Η επικαιρική ποίηση, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως χρονικογραφία αλλά και δημοσιολογική παρέμβαση, έχει μακρά παράδοση στον τόπο μας. Έλκει την καταγωγή της από τον μεσαίωνα και τα χρονικά των Λεόντιου Μαχαιρά και Γεώργιου Βουστρώνιου, αλλά γνώρισε τη μεγάλη άνθησή της τον περασμένο αιώνα, την εποχή των ποιητάρηδων και των ποιητικών φυλλαδίων. Η επικαιρική ποίηση συνεχίζει να έχει αδιάλειπτη παρουσία και επί των ημερών μας στα ποιητικά πράγματα του τόπου. Αυτή την παράδοση υπηρετεί συχνά-πυκνά και ο ακάματος ποιητής και εκδότης Τάσος Αριστοτέλους. Η ευσύνοπτη ποιητική συλλογή του υπό τον τίτλο «Άνθρωποι», που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2020, αυτή την παράδοση συνεχίζει.

Η συλλογή αφιερώνεται στους «γιατρούς, νοσηλευτές, παραϊατρικό προσωπικό  της Κύπρου, του κόσμου» και πραγματεύεται την πανδημία του κορωνοϊού. Η οριοθέτηση του θεματικού μα και αισθητικού περιγράμματος της συλλογής επιχειρείται από το πρώτο εισαγωγικό ποίημα. Το περίγραμμα είναι η καταθλιπτική εικόνα που συνέθεσε ανά την υφήλιο η πανδημία του κορωνοϊού. Κατά τον ποιητή, μαζί με την παγκόσμια υγεία, επλήγη η οικουμενική αγάπη. Αυτό κι αν πονάει παραπάνω ένα πνευματικό δημιουργό. Οι άνθρωποι δεν μπορούν πια ν’ αγαπιούνται όπως άλλοτε. 

 

Ο Τ.Α. παντρεύει εδώ νόημα και συναίσθημα, με συμπύκνωση, αποτελεσματικότητα αλλά και τραγικότητα: «Σπασμένα γιασεμιά / οι ζωές των ανθρώπων / και τα φιλιά που ως χτες / ήταν κρίκοι αγάπης / πνίγονται με μάσκες χειρουργικές / μέσα στο στόμα / μη κυκλοφορήσουν / ως απεσταλμένοι του θανάτου!». (σελ. 9)

Στη συνέχεια ο Τ.Α. λειτουργεί ως χρονογράφος, ως ποιητικός «ανταποκριτής» των γεγονότων. Και το πράττει, θα έλεγε κανείς, με δημοσιογραφικό υπόβαθρο, αλλά με αισθητικό εφαλτήριό τους άγρυπνους και πλατιούς ποιητικούς αισθητήρες του: «Προσδοκώ σε εκείνη τη μέρα / που δεν θα αγωνιούμε για τα καλύτερα αποτελέσματα / που δεν θα προσευχόμαστε για λιγότερα κρούσματα / Γράφω για τους ανθρώπους / με τις άσπρες μπλούζες / Γράφω για τους ανθρώπους της πρώτη γραμμής». (σελ. 10)

Ως ποιητής, ο Τ.Α. δεν μπορεί παρά να αισιοδοξεί. Εξάλλου, αυτή η φύσει και θέση αισιοδοξία του, αποτελεί και τον κυριότερο μοχλό της δημιουργικής του ικμάδας. Η πίστη στο μέλλον πάντοτε δίνει τη δύναμη για ν’ αντιπαλέψει κανείς τις δυσχέρειες, τα προβλήματα, μα και τις τραγωδίες του παρόντος: «Επιβάλλεται να πιστεύω πως θα ξημερώσει / θα ξημερώσει με έναν ήλιο φωτεινό / θα ξημερώσει με έναν ήλιο ζεστό / θα ξημερώσει με έναν ήλιο τρυφερό / όπως παλιά». (σελ. 11)

Στο θεματικό επίκεντρο της συλλογής βρίσκεται η λύπη και ο πόνος που επισώρευσε η πανδημία, το βαθύ σκοτάδι που επέφερε στις καρδιές και στα μάτια των ανθρώπων. Και στον αντίποδα βρίσκεται η ελπίδα, που αντικατοπτρίζεται με το φως, το φως που εκπηγάζει από την ομορφιά, αλλά και την ευωδιά της φύσης: «Θα χρειαστεί να αρμέξουμε φως από τα τριαντάφυλλα… / … ώστε να μπορέσουμε να φωτίσουμε τόσο σκοτάδι». (σελ. 13)

Η διεθνής επικαιρότητα, τις ημέρες της κορύφωσης της πανδημίας, όπως εμφανιζόταν μ’ εκείνες τις συγκλονιστικές, τις συνθλιπτικές εικόνες από τις τηλεοπτικές οθόνες, βρίσκει την έκφρασή της, καταλυτικά, αυτούσια και ρεαλιστικά, στους στίχους του Τ.Α.: «Περνούν τα φορτηγά στους δρόμους / της Ιταλίας φορτωμένα με νεκρούς / τα βλέπω να περνούν βουβά / τα βλέπω να περνούν σκυθρωπά / τα βλέπω να περνούν κλειστά / κρατώντας σφιχτά στα σπλάχνα τους το θάνατο / Δέκα, είκοσι, τριάντα, σαράντα / όσα φορτηγά πέρασαν απόψε από τις ειδήσεις / πάτησαν όλα την καρδιά μου». (σελ. 16)

Γενικά, ο Τ.Α. υμνεί το ανθρώπινο μεγαλείο, όπως αυτό αναδείχθηκε εκείνες τις σκοτεινές ημέρες της πανανθρώπινης δοκιμασίας. Υμνεί το ψυχικό σθένος και τις αντιστάσεις των ανθρώπων που: « …τραγουδάνε για να νικήσουν / τον πόνο». (σελ. 19)

Και σε αυτή τη συλλογή ο Τ.Α. ουσιαστικά διακηρύττει τα υφολογικά και στυλιστικά δάνεια του από τον Κώστα Μόντη, και κυρίως από τις ευσύνοπτες, λακωνικές και σπαρτιατικά λιτές στιγμές του. Το πράττει μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα, και με μια ευθεία αναφορά: «Φίλε Κώστα Μόντη, /… θα μπορούσες με δυο μονάχα στίχους / Να ανασυντάξεις την ψυχολογία μας…». (σελ. 20)

Η βούληση, η πίστη, το σθένος, η ρώμη του ανθρώπου να μην λυγίσει, να μην λιποψυχήσει, να μην αποκάμει και να μην παραδοθεί, διεκτραγωδείται με στίχους όπως αυτοί: «Οι άνθρωποι… / κρατάνε το λυγμό σφιγμένο / ανάμεσα στα δόντια τους…».  (σελ. 25)

Ως κατακλείδα στο βιβλίο του ο ποιητής επιλέγει να τραγουδήσει την επόμενη ημέρα, της ελπίδας, της προσμονής, του γεμάτου υποσχέσεις μέλλοντος, με μια εικόνα καθημερινότητας, συνηθισμένη αλλά τόσο κραυγαλέα αισιόδοξη: «Σήμερα ετοιμάζομαι να πάρω ξανά / τα εγγονάκια μου στο σχολείο / Μετά από ένα παρατεταμένο διάλειμμα / κτύπησε και πάλι το κουδούνι». (σελ. 27)

Η επικαιρική ποίηση ως εκ της φύσεως της, είναι πιο θνησιγενής και λιγότερο διαχρονική από τη συνολική ποίηση. Ουδείς γνωρίζει αν αυτή η συλλογή του Τ.Α. καταστεί αύριο – μεθαύριο μοιραία πιο επίκαιρη ή ωραία εντελώς …ανεπίκαιρη! Το σίγουρο είναι πως η ευαισθησία, ο ουμανισμός και η αγάπη που καταγράφονται σε αυτήν αξίζει να τύχουν της αναγνωστικής προσοχής, για τα όσα ευγενή και πανανθρώπινα αποπνέουν.

g.frangos@cytanet.com.cy