Χαράς ευαγγέλια για την Ευαγγελίτσα-Λίτσα του Ζαλόγγου. Ο ελαμίτης Σωτήρης Θράσου απεδέχθη την πρόσκληση για δείπνο στην οικία της. Υπήρξε όμως μια μικρή αλλαγή.

Δεν μπορούσε το Σάββατο, όπως είχε προτείνει εκείνη, λόγω σύσκεψης στα κεντρικά του ΕΛΑΜ. Έτσι το δείπνο ορίστηκε για χθες, Δευτέρα. Η μέρα της γαστρονομικής συνευρέσεως είχε πολλή αδημονία για τη Λίτσα. Από πολύ νωρίς κάλεσε εσπευσμένα τον Νεόφυτο-Φιτ στο σωματείο.

Θα έπρεπε να σου είχα πει ότι ο δευτερότοκος υιός της μένει σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στο Καϊμακλί, αρνούμενος να συγκατοικήσει με τη μητέρα του. Το ενοίκιο το πληρώνει ο πρώην σύζυγος της Λίτσας, κι ας τον λέει εκείνη κάθαρμα και βάρος της γης.

Η καντινιέρισσα καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα, ο δε Φιτ απ’ την άλλη απολάμβανε την ερμηνεία της μάνας του. «Έχασε το θέατρο μια μεγάλη πρωταγωνίστρια, η εθνικοφροσύνη όμως κέρδισε μια σπουδαία διακόνισσα».

«Άσε τις ηλιθιότητες, θέλω τη βοήθειά σου». Αυτός δήλωσε έτοιμος για κάθε αρωγή. Η Λίτσα για αρχή του παρέθεσε το πρόγραμμα της ημέρας.

Πέντε το απόγευμα θα έφευγε απ’ το Ζάλογγο, θα πήγαινε εκτάκτως στο Παρφέ, να της φτιάξει το μαλλί η Γιώτα και κατόπιν απευθείας στο σπίτι. Το φαγητό ήταν έτοιμο απ’ την προηγούμενη, θα έπρεπε μόνο να το ζεστάνει.

«Ελπίζω να έφτιαξες κάτι αφροδισιακό, αυτή η συνάντηση μπορεί να είναι η τελευταία, ας γίνει κάτι». Η Λίτσα ακάθεκτη του παρέθεσε το μενού. Κανελόνια με σπανάκι, κοτόπουλο λεμονάτο με πατάτες στο φούρνο, ένα ρύζι με λαχανικά και πράσινη σαλάτα. Ο Φιτ το βρήκε busy. Δεν θα άλλαζε όμως, ήταν πλέον αργά.

«Τι θα φορέσεις;», πήγε επιτέλους στο προκείμενο ο στιλίστας. Εκεί ήθελε τη βοήθειά του. Πήγε στην κουζίνα και επανήλθε κρατώντας δύο υποψήφια outfit. Το πρώτο ήταν ένα μπεζ ταγέρ με γαλάζιο πουκάμισο και το δεύτερο ένα λαμέ πράσινο φόρεμα, εφαρμοστό, μέχρι το γόνατο.

Ο Φιτ έγινε τούρμπο. «Τι είν’ αυτά; Δηλαδή ή καντηλανάφτισσα ή διαχειρίστρια καζαντί; Δεν επιτρέπω ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Θα σου φέρω εγώ το σύνολο πάει και τελείωσε». Η Λίτσα συναίνεσε με τον όρο το τέκνο της να θυμάται ότι είναι ηλικιακά ώριμη, μητέρα, γιαγιά και κυρίως αριστερή.

Ο στιλίστας απέρριψε τον όρο, θυμίζοντας ότι εκείνος είναι ο ειδικός, όπως και ο πιο έμπειρος στους άντρες, κάτι που η Λίτσα γνωρίζει ασφαλώς χωρίς να σημαίνει ότι απολαμβάνει τις ευθείες αναφορές.

«Αυτά τα γερόντια δεν φοβούνται μην γκρεμοτσακιστούν;» αναρωτήθηκε την αμέσως επόμενη στιγμή ο νεαρός, βλέποντας δύο χούφταλα να κρεμάνε τις συστάδες με τις ελληνικές σημαίες ενόψει επετείων.

«Είναι καταδρομείς στη διακόσμηση, αυτοί στολίζουν κάθε χρόνο» τον καθησύχασε η μάνα του. Εξήγησε κιόλας ότι, λόγω ΓεΣΥ, έγιναν και πιο ριψοκίνδυνοι οι άτιμοι. Διότι, σου λέει, και κάταγμα να τους τύχει -κούφια η ώρα που τ’ ακούει- θα τους γιατροπορέψει το σύστημα.

Τη θέαση του σημαιοστολισμού διέκοψε απότομα ο βαρύς αναστεναγμός του Λαυρεντιάδη. Ήταν απ’ τους αναστεναγμούς που δεν σου αφήνουν περιθώριο, οφείλεις να ρωτήσεις τον άλλο τι συμβαίνει. Η αλήθεια είναι ότι η Λίτσα είναι διχασμένη απέναντί του, απ’ τη μια θέλει να τον στείλει στο διάολο, απ’ την άλλη νιώθει και μια συμπάθεια.

Τον ξέρει μια ζωή· ήταν μεσόκοπος όταν τον γνώρισε και τώρα είναι πλέον ένα σεβάσμιο γερόντιο. Και η ίδια όμως ήταν μια χυμώδης κοπελίτσα που μετασχηματίστηκε σταδιακά σε μελωμένη μπανάνα, «τι έγινε, πρόεδρε;».

Έγινε ότι την 25η Μαρτίου ως γνωστόν θα έρθει στο Ζάλογγο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μεταξύ δοξολογίας και παρελάσεως. «Πρέπει να έχουμε κόσμο, αν δεν γεμίσει το σωματείο θα εκτεθούμε… έχεις κάτι να προτείνεις;».

Η Λίτσα δεν ήθελε να αφιερώσει χρόνο στο ζήτημα, θα του έδινε όμως μια λύση για να ξεμπερδέψει. «Έρχεται Πάσχα οσονούπω, να κληρώσεις ένα αρνί ενώπιον του Χριστοδουλίδη, κάθε παριστάμενος θα συμμετέχει αυτόματα στην κλήρωση και μάλιστα δωρεάν». Ναι, αλλά πού θα βρεθεί το αρνί; «Θα πάρεις μία-μία τις υπεραγορές, κάποια θα σε σπλαχνιστεί και θα σ’ το κάνει χορηγία».

Ο Λαυρεντιάδης ενθουσιάστηκε με την πρόταση. «Είσαι αστέρι, σ’ ευχαριστώ… Έχεις όμως μια έξαψη, αγαπητή μου, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;». «Κοίτα, Λουκά, έχω βάσιμες υποψίες ότι βρήκα γκόμενο» απάντησε εκείνη χωρίς να υπάρχει πραγματικός λόγος για μια τέτοια ομολογία.

«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν», σταυροκοπήθηκε ο Λαυρεντιάδης. Παύση.

«Υπάρχει Θεός, ναι υπάρχει… είναι όμως λίγο αδιάφορος ο αθεόφοβος» αποφάνθηκε η Λίτσα, κάνοντας έξαλλο τον γηραιό θεολόγο.

Ελεύθερα, 15.03.2026