Πάντα είχα απέχθεια για τις υλικές καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας ως εκτόνωση εφηβικού ή ενήλικου πολιτικού θυμού. Σταμάτησα στα δώδεκά μου να πηγαίνω γήπεδο όταν είδα οπαδούς της ομάδας μου να σπάνε τα καθίσματα του ΟΑΚΑ που ήταν τότε η έδρα μας. Στο γυμνάσιο η ιεροτελεστία με τα βιβλία στην πυρά μού φαινόταν βλακώδης πριν διαβάσω για τα φασιστικά της συμφραζόμενα.
Διάβαζα στην Ελευθεροτυπία όταν πήγαινα λύκειο τις προκηρύξεις της 17Ν και, παρότι δεν καταλάβαινα όλες τις αναφορές, αντιλαμβανόμουν ότι ήταν κείμενα μικρονοϊκών γεμάτα κοινοτοπίες και φανατισμό. Οι δρόμοι, τα καταστήματα και οι κινηματογράφοι της Αθήνας που καίγονταν μετά τη δολοφονία Γρηγορόπουλου και επί των αντιμνημονιακών διαμαρτυριών δεν μου προκαλούσαν καμία συγκίνηση. Ακόμα και σωστά αιτήματα έχαναν το δίκιο τους όταν τον πρώτο λόγο έπαιρνε η μάτσο επιθετικότητα, με οποιοδήποτε μανδύα.
Στους οργανισμούς και τα σχολεία που εργάστηκα προσπαθούσα πάντα να ανακαλύψουμε ως διδασκαλικός σύλλογος τους υπαίτιους πίσω από κάθε μικρή (ακόμα και ένα σύνθημα στον τοίχο) ή μεγάλη (π.χ. σπάσιμο υπολογιστών) δολιοφθορά και να φέρουμε τους ίδιους να λογοδοτήσουν και να υποστούν συνέπειες (συχνά σε συνεργασία με τους γονείς τους). Προβλέψιμη είναι λοιπόν η έντονα αρνητική μου στάση απέναντι στην πρόσφατη καταστροφή σχολικής περιουσίας του English School στη Λευκωσία από μεγάλη ομάδα (ενήλικων) τελειόφοιτων.
Θα μου πείτε, κανένας λογικός δεν βλέπει θετικά τέτοια φαινόμενα. Οι ερμηνείες όμως που δίνουμε, πέρα από τη συμβολική τους δύναμη σε επίπεδο δημόσιου διαλόγου, σχετίζονται και με τις δράσεις για την άμεση και τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση των φαινομένων. Όπου η αντιμετώπιση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει και τις πενήντα αποχρώσεις της παθητικότητας. Να ιδωθούν δηλαδή σαν ένα έκτακτο φυσικό φαινόμενο, μια μεταεφηβική καταιγίδα πριν την αιώνια λιακάδα της ενηλικίωσης.
Η κανονικοποίηση και η σχετικοποίηση της βίας συνιστούν προβληματικές τοποθετήσεις, από το αγοράκι που του συγχωρείται λόγω φύλου η επιθετικότητα που άσκησε, μέχρι την αισθητικοποίηση λόγω τοπικής κουλτούρας των εγκλημάτων πάθους. Πιστεύω λοιπόν ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ενδοσχολικής παραβατικότητας στο English School αξίζει να μελετηθεί και υπό κοινωνιολογική σκοπιά.
Καθώς μάλιστα αφορά ένα ξεχωριστό σχολείο με θεσμική υπόσταση ανάμεσα στο κρατικό και το ιδιωτικό, με τεράστιο κύρος λόγω ιστορίας, υψηλής κοινωνικής θέσης παλαιότερων αποφοίτων του αλλά και της συντριπτικής πλειονότητας των γονέων των σημερινών μαθητών του, η σχετική συζήτηση θα μπορούσε να μας δώσει κάποια στοιχεία για το αν τελικά το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι.
Ας φανταστούμε τα ίδια γεγονότα να είχαν συμβεί σε ένα δημόσιο λύκειο, είτε με εργατικό και μεταναστευτικό πληθυσμό, είτε με μικροαστικό και χαμηλό μεσοαστικό. Ο οικονομικός παράγοντας και το σχολικό κλίμα της κάθε μονάδας θα έμπαινε στην εξίσωση, άρα είναι λογικό να μπουν και στην περίπτωση ενός ελίτ σχολείου με διακριτή ταυτότητα. Η πρώτη διαφορά είναι ότι για το δημόσιο λύκειο θα είχαμε ρεπορτάζ και αναλύσεις στον Τύπο και την τηλεόραση, ενώ για την Αγγλική Σχολή βρήκα μόνο δυο ενημερωτικά άρθρα με διαρροή μιας φωτογραφίας από τις καταστροφές.
Είμαι ο τελευταίος που θα διαφωνούσε ότι υπάρχουν γενικές τάσεις της εποχής στις δυτικές κοινωνίες που δίνουν το πλαίσιο της ανατροφής των παιδιών μιας γενιάς, σε αλληλεπίδραση πάντα με τα διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά και το πολιτισμικό κεφάλαιο των οικογενειών.
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω το κυριότερο, θα επέλεγα την προϊούσα «παιδικοποίηση» των ενηλίκων. Γονείς ανώριμοι οι ίδιοι, με δυσκολία να συγκεντρωθούν σε κάτι έξω από τα τραύματά τους, πραγματικά ή φανταστικά, και τις επιθυμίες τους. Με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν παιδιά συνεχώς ενοχικοί απέναντί τους, σε ένα εκκρεμές μεταξύ λατρείας και δυσθυμίας, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να τα φοβούνται οι ίδιοι.
Συναφείς είναι και οι παιδαγωγικές αντιλήψεις που επηρεάζουν την πραγματικότητα της διδασκαλίας: μια αυτομαστίγωση για το ότι το σχολείο δεν είναι τόσο «δημιουργικό» όσο θα έπρεπε (κάτι που μεταφράζεται στο ότι θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον λιγότερο «βαρετό» από ένα video game ή ένα story στο Instagram), και γενικότερα σε μια υπαρξιακού τύπου αμφιβολία για το νόημα και της αποστολή της τυπικής εκπαίδευσης.
Τα παραπάνω «βοηθούν» στη διαμόρφωση νέων όχι μόνο συνεχώς ανικανοποίητων (αυτό μπορεί να είναι και εσωτερική καύσιμη ύλη), αλλά που πιστεύουν από πολύ νωρίς ότι τα «έχουν δει όλα», ότι καμία προσπάθεια δεν αξίζει τον κόπο, και, ταυτόχρονα, ότι ο κόσμος είναι χαοτικός και απύθμενα απειλητικός. Έτσι, δεν τα πάνε καλά όχι μόνο με το κλασικό «υπερεγώ» αλλά και με τη συγκρότηση της προσωπικότητας, σε συνδυασμό με τη συνεχή αίσθηση ρευστότητας που υποβάλλει η αδυναμία διαχείρισης των ενορμήσεων.
Από θέση εξωτερικού παρατηρητή της συγκεκριμένης ιστορίας στο English School, μπορούμε να θέσουμε ερωτήματα αλλά και να προχωρήσουμε σε μερικές πρώτες διαπιστώσεις. Ποιο είναι το περιεχόμενο των λόγων με τους οποίους οι δράστες των καταστροφών «ενδύουν» τις πράξεις τους; Προ ετών είχαμε στο ίδιο σχολείο ρατσιστική επίθεση εναντίον Τουρκοκύπριων μαθητών με σαφές εθνικιστικό ακροδεξιό πρόσημο. Υπάρχει άραγε μια καταγωγική συνέχεια τέτοιας λογικής στα ισχυρότερα μέλη της ομάδας των δραστών;
Μήπως, αντίθετα, με πρόφαση υπαρκτές καταστάσεις και αδικίες στο σχολείο ή στην κοινωνία, οι δράστες υιοθετούν μια αντικαπιταλιστική/ αντιεξουσιαστική ρητορική; Κωμωδία θα ήταν με τέτοια οικογενειακά εισοδήματα, αλλά η αίσθηση ντροπής είναι για τους φτωχούς. Τέλος, υπάρχει και η τρίτη κατεύθυνση, αυτή του καθαρού αμοραλισμού, της αποχαλινωμένης «γιορτής» των βίαιων ενστίκτων, υπό την κάλυψη του «χαβαλέ», του «μια πλάκα κάναμε».
Θα δυσκολευόμουν να βάλω σε σειρά αυτές τις τρεις εκδοχές, ξεκινώντας από την πιο αποκρουστική και επικίνδυνη. Έχουν όμως ίσως περισσότερα κοινά από όσα μας αφήνει να υποψιαστούμε μια επιπόλαια προσπέλασή τους. Για παράδειγμα, υπήρχαν μέσα στους δράστες κορίτσια, ομοφυλόφιλοι και Τουρκοκύπριοι;
Ο μεγάλος αριθμός των κουκουλοφόρων συμμετεχόντων (αναφορές κάνουν λόγο για γύρω στους εβδομήντα) σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ένα μαζικό και όχι μεμονωμένο φαινόμενο. Και είναι εύλογη η απορία πολλών ανθρώπων με τους οποίους συζήτησα το θέμα.
Αυτά τα παιδιά τα είχαν όλα, (όπως λέει και ο Δημήτρης Μπασλάμ στο παραμύθι του Ο Γαργαληστής). Τουλάχιστον από υλικής άποψης και έκθεσης σε πλούσια ερεθίσματα. Δεν έχουν ζήσει τις ελλείψεις και τις αγωνίες που έχουν βιώσει πολλοί συνομήλικοί τους σε άλλα σχολεία. Αν τώρα έχουν την αντίληψη ότι μπορούν να κάνουν οτιδήποτε χωρίς συνέπειες, πώς θα συμπεριφέρονται μεθαύριο όταν πολλοί από αυτούς θα είναι πολύ πιθανόν, μέσω κοινωνικής αναπαραγωγής από ευθείς και πλάγιους δρόμους, σε ηγετικές θέσεις στην κοινωνία;
Από την αντίδραση των γονέων των αποφοίτων μέσω επιστολής που μοιράστηκαν διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση περιορισμού της τελετής αποφοίτησης στα ελάχιστα απαραίτητα, διαφαίνεται μια επιθυμία υποβάθμισης και κατευνασμού. Η διεύθυνση του σχολείου ζήτησε από τους τελειόφοιτους να βγουν μπροστά εκείνοι που ευθύνονται για συμμετοχή στα γεγονότα, έτσι ώστε η προτεινόμενη συνέπεια να μην εφαρμοστεί οριζόντια σε όλους τους μαθητές. Κανείς δεν έβγαλε την κουκούλα. Ο νόμος της σιωπής και της συνενοχής λειτούργησε, ακόμα και για τα παιδιά που δεν εμπλέκονταν.
Something better change, που έλεγαν κι οι Stranglers.