Το πρώτο μοιραίο «λάθος» έγινε όταν ο Νίκος Αναστασιάδης παρέλαβε την επιστολή Ακιντζί, 15 Ιουλίου, με προτάσεις (τελεσίγραφο για την ακρίβεια, που συνοδευόταν με την απειλή Τσαβούσογλου: Εφαρμόστε την πρόταση Ακιντζί ή θα συνεχίσουμε) περί κοινής επιτροπής διαχείρισης του ενεργειακού προγράμματος. Από τη στιγμή που την παρέλαβε και δεν την έστειλε πίσω στον αποστολέα με τον ίδιο άτυπο απεσταλμένο, έβαλε αυτομάτως το ζήτημα στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Το «λάθος» απέκτησε μεγαλύτερες διαστάσεις όταν ο Πρόεδρος δεν ανέλαβε την ευθύνη της απάντησης, αλλά συγκάλεσε το συμβούλιο αρχηγών για να απαντήσουν όλοι μαζί. Απέρριψαν την πρόταση ομόφωνα, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο και δεν είχε σημασία. Διότι, η τουρκική επιδίωξη ήταν να τεθεί το θέμα στο τραπέζι. Και τέθηκε. Απορρίφθηκε, αλλά το κεφάλαιο άνοιξε. Κι αυτό πήρε επίσημη μορφή όταν στη συνάντηση της Παρασκευής, της δήθεν άτυπης, συζητήθηκε η πρόταση Ακιντζί. Ο Πρόεδρος εξήγησε ότι δεν παρέμεινε στην απόρριψη της πρότασης Ακιντζί, αλλά προχώρησε σε αντιπροτάσεις. Δηλαδή; Τι ακριβώς σημαίνει όταν κάνει ο ένας προτάσεις κι ο άλλος αντιπροτάσεις; Ακριβώς αυτό που εδώ και χρόνια διακηρύσσουν οι ηγέτες μας, όλοι, ότι δεν πρόκειται να αποδεχθούν να βάλουν στο τραπέζι του Κυπριακού το φυσικό αέριο.
Μετά από αυτό, δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκινήσουν οι συνομιλίες χωρίς να είναι στην ατζέντα και το φυσικό αέριο. Δηλαδή, παραμερίζονται τα ανοικτά κεφάλαια, που είναι τα αιμάσσοντα τετελεσμένα της κατοχής, το εδαφικό, το περιουσιακό, ο εποικισμός, ο κατοχικός στρατός και η ασφάλεια, η ανεξαρτησία, και όσα είναι ανοικτά για τη νέα Κύπρο, το πολίτευμα και η διοίκηση, ο εξευρωπαϊσμός έναντι του εξισλαμισμού, η οικονομία κ.λπ. και μπαίνει στο τραπέζι αυτό που ενδιαφέρει την Άγκυρα: Το φυσικό αέριο. Προπάντων, ο τερματισμός του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά και μέσω αυτού η κατάργηση της κυριαρχίας της. Η «εκλιπούσα Κυπριακή Δημοκρατία» θα είναι ένα ακόμα τετελεσμένο γεγονός.
Το δεύτερο «λάθος» ήταν ότι συμφωνήθηκε η έναρξη μιας διαδικασίας που θα οδηγήσει στις συνομιλίες χωρίς να τερματιστεί η τουρκική προέλαση στη θάλασσα. Την ώρα, που η Άγκυρα δημιουργεί τετελεσμένα στην κυπριακή ΑΟΖ, η ελληνοκυπριακή ηγεσία στέλνει το μήνυμα πως «δημιουργούνται οι προοπτικές και προϋποθέσεις» για συνεργασία με τη Λουτ, που θα οδηγήσει σε συνάντηση με τον Γκουτέρες και επανέναρξη διαπραγματεύσεων, όπως είπε ο Πρόεδρος. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει αυτό, που ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης έλεγε το 2013 όταν τον καλούσαν να ξεκινήσει συνομιλίες με τον Έρογλου. «Κατανοούν άραγε κάποιοι τρίτοι, ότι αν δεν γίνονται από τουρκικής πλευράς αποδεκτά τα αυτονόητα, η δική μας συμμετοχή σε έναν διάλογο θα εκλαμβανόταν και ως αποδοχή των απαράδεκτων αξιώσεων των όσων χωρίς περιστροφές μιλούν για συνομοσπονδία;» (Ν. Αναστασιάδης, 10/11/2013). Σήμερα δεν μιλούν μόνο για συνομοσπονδία και δύο κράτη, αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιούν εισβολή για να μοιράσουν και τη θάλασσα εκτός από το έδαφος. Η δική μας συμμετοχή σε έναν διάλογο θα εκλαμβανόταν και ως αποδοχή των απαράδεκτων τουρκικών αξιώσεων. Αυτό ακριβώς σημαίνει η συζήτηση των απαράδεκτων προτάσεων Ακιντζί και η συμφωνία για πορεία προς «άτυπη πενταμερή διάσκεψη» χωρίς τερματισμό των τουρκικών γεωτρήσεων και χωρίς την ελάχιστη ένδειξη από την Άγκυρα ότι θα συμβάλει θετικά και όχι εκβιαστικά, όπως μέχρι σήμερα.
Λογικό το ερώτημα πολλών: Μα, μπορούμε να επιβάλουμε τον τερματισμό της τουρκικής παρανομίας και μετά να ξεκινήσουμε συνομιλίες; Όταν είναι σίγουρο πως αν ξεκινήσουν υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει κανένας τρόπος και καμιά πιθανότητα να καταλήξουν σε μια, έστω, ανεκτή λύση, μπορούμε να προσπαθήσουμε, τουλάχιστον. Διότι, ενώ δεν θα φτάσουμε στη λύση θα έχουμε προσφέρει και άτυπη νομιμοποίηση (υπάρχει κι αυτή, αφού υπάρχει και άτυπη πενταμερής) των νέων τετελεσμένων και της γκρίζας πλέον κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, που επιδιώκει η Τουρκία (και ο Ακιντζί μαζί της, για να μην κρυβόμαστε). Πάντως, την ώρα που λαμβάνεις ευρωπαϊκή απόφαση για κυρώσεις κατά της Τουρκίας τι μπορείς να πετύχεις όταν τρέχεις ο ίδιος να τις ακυρώσεις με το πρόσχημα των συνομιλιών; Σε αυτές οφείλαμε να επιμένουμε μέχρι τέλους.