Ιούλιος, τριάντα οκτώ βαθμοί υπό σκιά όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, σε μια παραλία. Ήταν στη δεύτερη εβδομάδα των διακοπών της και η Τούγια είχε ήδη ένα σκούρο μπρούντζινο χρώμα στο σώμα και στο πρόσωπο. Μόνο τα ξανθά μαλλιά της μαρτυρούσαν πως η καταγωγή της ήταν από μια βόρεια χώρα. Με τη μητέρα της απολάμβαναν τη θάλασσα και τις διακοπές στη Μεσόγειο, αφού γι’ αυτές ήταν όνειρο ζωής να κολυμπήσουν σε ζεστά, γαλάζια νερά αλλά και να περάσουν ένα καλοκαίρι σε μια χώρα, όπου ο ήλιος έδυε κανονικά κάθε βράδυ και δεν ανάτελλε παρά το επόμενο πρωί. Κάτι που στη χώρα τους δεν υφίστατο με τις λευκές νύχτες του καλοκαιριού.
Στο νησί άχνιζε η άσφαλτος από τη ζέστη, η ζωή σταματούσε τις ώρες του μεσημεριού, ενώ όλοι μαζεύονταν στα σπίτια για τη μεσημβρινή αργία. Όλοι, εκτός από τους λουόμενους, κυρίως ξένους τουρίστες που άραζαν σε ξαπλώστρες στην καυτή άμμο, ενώ δροσίζονταν κάθε τόσο στη θάλασσα. Οι άνθρωποι έβγαιναν για δείπνο στις εννιά το βράδυ, ενώ ξενυχτούσαν μέχρι αργά σε βεράντες και σε υπαίθρια κέντρα. Στη Φινλανδία ο κόσμος δειπνούσε νωρίς ακόμη και τα καλοκαίρια, τα εστιατόρια έκλειναν μέχρι τις δέκα παρόλο που ο ήλιος του μεσονυχτίου μεσουρανούσε. Τον χειμώνα ζούσαν στο σκοτάδι και στο λυκόφως, τις ελάχιστες ώρες που ο ήλιος έριχνε το ασθενικό φως του στα χιονισμένα τοπία, κυρίως βόρεια του αρκτικού κύκλου, όπου τα φώτα στους δρόμους και στα αυτοκίνητα, δεν έσβηναν ποτέ, ούτε στα σπίτια, στα σχολεία και στα γραφεία.
Το όμορφο κορίτσι από τη Φιλανδία αγάπησε το ζεστό αυτό νησί με τους ανθρώπους του, τη θάλασσα και το φραπέ, τον παγωμένο καφέ που ήπιε για πρώτη φορά όταν την κέρασε ο Μάριος, ο μελαχρινός μεσογειακός νέος με τον οποίον ο έρωτας υπήρξε αμφίδρομα κεραυνοβόλος. Με το τέλος των διακοπών άρχισαν τακτική αλληλογραφία και τηλεφωνήματα. Όταν την επισκέφθηκε για πρώτη φορά εκείνα τα Χριστούγεννα το θερμόμετρο έδειχνε δύο υπό το μηδέν. Σαράντα βαθμοί Κελσίου διαφορά από την πρώτη τους συνάντηση τότε που η Τούγια ήταν μαυρισμένη από τον ήλιο. Τώρα τη βρήκε άσπρη σαν το χιόνι που κάλυπτε την πόλη, τα σπίτια, τα πάρκα, τα δέντρα. Ένα σκηνικό όπως στις ευχετήριες κάρτες των παιδικών του χρόνων, με λίμνες και ποτάμια παγωμένα, όπου ο κόσμος έκανε πατίνια, ενώ τάρανδοι και σκύλοι χάσκυ τραβούσαν έλκηθρα.
Οι διακοπές των Χριστουγέννων στους Φινλανδούς παππούδες, θα αποτελούσαν το ιδανικό ταξίδι για τις δύο κόρες, που απέκτησαν μετά τον γάμο τους τα επόμενα χρόνια. Περνούσεο καιρός στο νησί, στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, με ζεστά ατέλειωτα καλοκαίρια, ένα σύντομο χειμώνα και μια ελάχιστη μα λαμπερή και μυρωδάτη άνοιξη. Το νησί έγινε πια η νέα πατρίδα της Τούγια, η ελληνική έγινε η γλώσσα που μιλούσε άπταιστα, ενώ τιμούσε τους ανθρώπους, τις συνήθειες και τα έθιμά τους τα οποία τηρούσε. Σαν εργαζόμενη μητέρα δεν είχε χρόνο να συμμετέχει στις συνάξεις αργόσχολων γυναικοπαρεών με καφέδες και άσκοπα κουτσομπολιά, πιρίμπες ή πάρτι γενεθλίων. Οι άλλες μητέρες την έλεγαν «η ξένη», ζηλεύοντας κατά βάθος που αυτή ήταν ευχαριστημένη με τη ζωή της, τα κατάφερνε τέλεια με το νοικοκυριό και την ανατροφή των κόρων της, Ελεονώρας και Μικαέλλας, οι οποίες μεγάλωναν ευτυχισμένες, με παιχνίδι, βιβλία και τα Σαββατοκύριακα βόλτες και εκδρομές στη φύση με τους γονείς τους.
Συχνά εμείς οι μεσογειακοί γελάμε όταν διαβάζουμε πως οι Φινλανδοί είναι στατιστικά ο πιο ευτυχισμένος λαός. Πώς μπορεί λέμε αφού δεν έχουν ήλιο και φως. Με τόσο κρύο; Και όμως, οι Φιλανδοί δεν συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους γείτονες ή τους γνωστούς, τι έχουν και τι δεν έχουν οι άλλοι. Είναι κοντά στη γη και στη φύση όπου περνούν χρόνο χωρίς τις καθημερινές ανέσεις, ακόμη και χωρίς ηλεκτρισμό και διαδίκτυο, κάτι αδιανόητο για μας. Ούτε έχουν χάσει τον κύκλο εμπιστοσύνης προς την κοινότητα και το καλό του συνόλου. Έχουν άρτιες υποδομές, κοινωνική μέριμνα και εκπαίδευση. Όταν σκεφτούμε δικά μας ιδρύματα, σχολεία, οίκους ευγηρίας ή το ψυχιατρείο της Αθαλάσσας, νιώθουμε οδύνη και ντροπή, που υπάρχει τέτοια αθλιότητα δίπλα από τις μαρίνες με τα κότερα και το μεγαλύτερο καζίνο της Μεσογείου.
Κάθε καλοκαίρι σκέφτομαι πιο έντονα την Τούγια, τη βεράντα με τις γλάστρες της, τις μυρωδιές από τα φαγητά της να φτάνουν στο δικό μου σπίτι και τις κόρες της να παίζουν με τις δικές μου μέχρι να βραδιάσει, στην παλιά μου γειτονιά. «Κορούδες ελάτε σπίτι. Αύριο πάλι» και το παιχνίδι θα συνεχιζόταν την επόμενη μέρα. Μου λείπει όπως και εκείνα τα χρόνια της απόλυτης αθωότητας που τότε νόμιζα πως θα διαρκούσαν για πάντα. Αποτελούν όμως μια μικρή αιωνιότητα που τίποτε και κανείς δεν μπορεί να μας τα πάρει.