Όχι τυχαία, μάλλον σκοπίμως κατ’ έτος την ίδια εποχή, ο Στέφανος Κωνσταντινίδης αναμιμνήσκεται τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκη, με σχετικό απόσπασμα από την «Αριάγνη»:
Αφού υπενθυμίζει ότι τ’ αγόρια, δασκαλεμένα από τον πατέρα τους, πιστεύουν ότι ο ντόπιος πληθυσμός «μαθαίνει» μόνο με κουρπάτζι, αφού είναι γομάρια, αναθυμάται ένα επεισόδιο που επηρέασε τη δική της κοσμοθεωρία.
Ήταν μια νύχτα του γνωστού γαϊδουρόκαιρου του Καΐρου:
– Μαμά, έλα να δεις!
φωτάζει η Ουρανία. Είχε ανοίξει η μύτη της, τα μαξιλάρια κόκκινα, το νυχτικό της έσταζε…
– Δεν είναι τίποτα,
είπαμε, «θα ξεθυμάνει ο πυρετός, θα περάσει και ο πονοκέφαλος».
Μα, το αίμα έτρεχε βρύση, φέραμε το κοριτσάκι στο αντρέ, όσο κι αν άλλαζε στάση, πνιγόταν στην αναγούλα…
– Βρε Μιχάλη, λέω του μεγαλύτερου, η βάρδια του πατέρα σου ακόμη δεν τελείωσε. Πετάξου σ’ ένα τηλέφωνο και πες του να φέρει αμέσως ένα γιατρό.
Ακούν, τ’ άλλα παιδιά για «γιατρό», και πνίγονται του κλαμάτου.
Η Ουρανία ήταν σαν το πανί, σκυμμένη πάνω από τη λεκάνη, χωρίς κουράγιο και υπομονή, αναποφάσιστη και καταθλιμμένη. Και ο Μιχάλης ξεχρόνιζε.
«Πάει το χάνω το παιδί μου», σκέφτηκαν κι έπεσα στα ’κονίσματα.
Εμφανίζεται ο Μιχάλης, με απογοητευμένο μήνυμα: Ο πατέρας δεν πήγε καθόλου στη δουλειά!
Όταν είδα τη λεκάνη μισογεμάτη από το αίμα, αναστέναξα:
– Ανάθεμά τον που ανακάλυψε την τράπουλα!
– Παναγίτσα μου, έλεγα, όχι την Ουρανίτσα μου, το παιδί μου το αθώο και το καλοσυνάτο που είναι πρώτο στα γράμματα και στο ράψιμο, και συμπονά όλον τον κόσμο. Το παιδί χάνεται, πάγωσαν τα πόδια του. Άνοιξα το παράθυρο:
– Σώστε, χριστιανοί, χάνω το παιδί μου μέσα από τα χέρια μου.
– Μάνα του Μιχάλη, τρέχει τίποτα;
– Βρε Γκιούνες, σώσε, το παιδί μου τελειώνει.
Ώσπου να το πω, ήταν απάνω. Πλατς, πλατς, χτυπούσαν τα γυμνά του πόδια στα πέτρινα σκαλοπάτια. Μια και δυο, σηκώνει την Ουρανίτσα στα χέρια του και δρόμο. Πίσω του ο Μιχάλης με το παλτουδάκι της για να τήν σκεπάσει. Ξοπίσω τους εγώ με τις παντόφλες και τη νυχτικιά. Τρέχαμε σαν τρελοί, μα δεν τον προφτάναμε, και πίσω μας ο μαχαλάς απορημένος:
– Μα, τί συνέβη, φονικό;
Όταν ο Γιούνες έστρεψε αριστερά, αντιληφθήκαμε, καθώς ο φαρμακοποιός που διανυκτέρευε, μας εξήγησε παραστατικά:
– Μα, τι θηρίο ήταν αυτό; Ώσπου να του πω κατεβαίνω, κλότσησε την πόρτα, κατέβασε τον γιατρό με τις πυτζάμες του, και όταν ήρθε ο αχαΐρευτος πατέρας, τίποτε δεν φανέρωνε πόσα πέρασαν όλη τη νύχτα.
Όταν τού τά εξιστόρησαν, αντί ένα «ευχαριστώ» γυρίζει και μού λέει:
– Κι άφησες αυτόν τον βρωμάραπα να πάρει στην αγκαλιά του το κορίτσι μας;
Τόση αχαριστία και τόσος ρατσισμός!
Παραμονές της εκδίωξής μας από την Αίγυπτο…
Υ.Γ. Η φωνή της Έλλης Σταύρου, της ακούραστης αγωνίστριας και ενημερώτριας για την Κερύνεια, δεν θα …ενοχλεί πια τους διερχομένους του οδοφράγματος στις συναντήσεις τους…