Μπορεί η Αριστερά να γίνει ξανά η εναλλακτική πρόταση εξουσίας; Μπορεί το ΑΚΕΛ να πείσει ξανά ότι μπορεί να ηγηθεί μίας προσπάθειας για προοδευτική αλλαγή απαλλαγμένο από τα βαρίδια που κουβαλά ως κόμμα του παλαιοκομματικού κατεστημένου;
Αυτά είναι τα πιο καίρια ερωτήματα που καλείται πρωτίστως να απαντήσει η ηγεσία της Εζεκίας Παπαϊωάννου όταν βγαίνει προς την κοινωνία, έτοιμη να δώσει βήμα στην μερίδα εκείνη των πολιτών που ζητούν μια άλλη πρόταση εξουσίας, βλέποντας ότι μπορεί να μοιραστεί μαζί τους κοινές θέσεις και ανησυχίες σε μία σειρά θεμάτων της καθημερινότητας.
Διότι το κύριο ζητούμενο για το ΑΚΕΛ, όπως και για πολλά άλλα κόμματα που θεωρούνται συστατικά στοιχεία του πολιτικού κατεστημένου, είναι να μπορέσει να πείσει ότι καταφέρνει να λειτουργεί με τρόπο συγκρουσιακό ακόμα και με τον ίδιο του τον εαυτό.
Το ΑΚΕΛ, εκτός από το γεγονός ότι θεωρείται μέρος του παλαιοκομματικού συστήματος κουβαλά ακόμα- ίσως σε βαθμό υπερβολής- τη διακυβέρνηση της πενταετίας 2008-2013. Μια περίοδος η οποία ταυτίστηκε με την οικονομική κρίση και το Μαρί.
Οι πολιτικοί αντίπαλοι του ΑΚΕΛ- κυρίως ο ΔΗΣΥ- επιστράτευαν την αναφορά στην πενταετία αυτή, ως «μπαμπούλα» απειλής στις εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν. Μια τακτική η οποία- κακά τα ψέματα- σε κάποιο βαθμό είχε αποτέλεσμα σε ένα μέρος της κοινωνίας. Την ίδια ώρα όμως, χρειάστηκαν να περάσουν αρκετά χρόνια, για να μπορέσουν και στην Εζεκία Παπαϊωάννου να αντιληφθούν ότι, το να αναλώνονται σε μία προσπάθεια αυτοδικαίωσης της πενταετίας διακυβέρνησης τους, δεν είχε να τους προσθέσει οτιδήποτε.
Αντίθετα, «δικαίωνε» σε κάποιο βαθμό, το αφήγημα των πολιτικών του αντιπάλων προς την κοινωνία. Διότι στην αντίληψη του κόσμου αυτό που έμενε ήταν η μη αναγνώριση λαθών που έγιναν και που μπορούσαν να αποφευχθούν.
Από το καλοκαίρι του 2021 το ΑΚΕΛ έχει νέα ηγεσία η οποία δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι χρειάζονται να γίνουν τομές στον τρόπο λειτουργίας του κόμματος. Αρχής γενομένης από την εκλογή του γγ του κόμματος απευθείας από την βάση, τον εκσυγχρονισμό του θεσμού των Νέων Δυνάμεων, τη μείωση του αριθμού του έμμισθου προσωπικού στα συλλογικά όργανα του κόμματος και διάφορα άλλα που στοχεύουν σε ένα πιο συμμετοχικό μοντέλο. Είναι αρκετό αυτό; Απάντηση ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει προκαταβολικά. Σίγουρα όμως το στοίχημα είναι πολύ μεγάλο και απαιτεί, εκτός από τις καταστατικές αλλαγές και αλλαγή νοοτροπίας.
Στην εξίσωση της προσπάθειας εκσυγχρονισμού, μπαίνει και το κομμάτι της ανάληψης ξανά της εξουσίας. Να γίνει δηλαδή το ΑΚΕΛ ξανά πρόταση εξουσίας. Για το στόχο αυτό επιστρατεύεται το άρμα της κοινωνικής συμμαχίας. Ένας όρος ο οποίος ουσιαστικά προκύπτει ως ανάγκη συστέγασης ατόμων και ομάδων σε μία πολιτική πλατφόρμα στην οποία το ΑΚΕΛ θα είναι το ένα μέρος.
Η υποψηφιότητα Ανδρέα Μαυρογιάννη, την οποία επικαλείται ως μοντέλο σήμερα η Εζεκία Παπαϊωάνου, πορεύθηκε, ιδιαίτερα στον β’ γύρο των προεδρικών εκλογών, κάτω υπό ορισμένες και ιδιάζουσες συνθήκες. Είναι όμως γεγονός ότι λειτούργησε και ως μια εναλλακτική πρόταση για κάποια άτομα. Αυτό το δεδομένο συνεπάγεται ταυτόχρονα ότι τα άτομα αυτά μπορούν να συστρατευθούν μαζί με το ΑΚΕΛ σε μία πολιτική πλατφόρμα πάνω σε μία πιο μακροπρόθεσμη βάση;
Όχι βέβαια. Θα πρέπει να πείσει εκ νέου για τις προθέσεις αυτής της προσπάθειας. Θα πρέπει να μπορέσει να κερδίσει ξανά την εμπιστοσύνη πρωτίστως των δικών του ανθρώπων που αποστασιοποιήθηκαν απογοητευμένοι και εν συνεχεία να επιχειρήσει να στήσει γέφυρες επικοινωνίας ευρύτερα με την όλο και πιο απαιτητική κοινωνία των πολιτών…