«Ωχ έπνασα» φώναξε ο δολοφόνος των Ελληνοκυπρίων αιχμαλώτων στην τοποθεσία Κλειδί, του χωριού Γαϊδουρά στη Μεσαορία. Το «Ππιππαλούι», ο Τουρκοκύπριος δάσκαλος από την Αλόα, περίμενε προφανώς καμιά δεκαπενταριά χρόνια για να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του από Ελληνοκυπρίους την περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ. Η υποτιθέμενη πνευματική του καλλιέργεια και οι παιδαγωγικές του σπουδές, άφησαν μέσα του ανέγγιχτο το θηρίο που βγήκε απ’ το κλουβί των εκλογικεύσεων πεινασμένο για ανθρώπινο κρέας, μόλις βρήκε την ευκαιρία.
Με την προέλαση του τουρκικού στρατού, το Ππιππαλούι ξέχασε τα γράμματα και το δασκαλιλίκι και τις θεωρίες από καθέδρας και με άγρια χαρά ενέδωσε στην πρωτόγονη ορμή να σκοτώσει. Έγινε ίδιος με τους δολοφόνους του πατέρα του κι ακόμα χειρότερος. Συμμετείχε στη δολοφονία αθώων ανθρώπων που δεν τον έβλαψαν σε τίποτε, αλλά δεν έμεινε σε αυτό. Ενώ ήταν ήδη νεκροί, σκύλευσε τα πτώματα τους, τα κατακομμάτιασε με τις σφαίρες του οπλοπολυβόλου του και ησύχασε μόνο όταν τα κόκκαλα και οι σάρκες τους πετάχτηκαν στους τοίχους του σπιτιού. Μόνο τότε ανακουφίστηκε και «έπνασε», όπως φώναξε στους συντρόφους των νεκρών, που τους είχε αναγκάσει να παρακολουθήσουν το μακελειό. Ένας από αυτούς είναι ο Πέτρος Γιασουμής, άνθρωπος σκληροτράχηλος, εξοικειωμένος με τις πιο δύσκολες συνθήκες ζωής, που όταν μου διηγήθηκε για πρώτη φορά, αυτή την απίστευτη περιπέτεια της μαζικής δολοφονίας και του τραυματισμού του, έστω δεκαετίες μετά, η φωνή του έσπασε και έτρεμε σύγκορμος.
Το κίνητρο της εκδίκησης και της ανταπόδοσης ξεχωρίζει σε διάφορα μαζικά εγκλήματα του καλοκαιριού του 1974 με δράστες Τουρκοκύπριους, όπως η σφαγή στον Γαϊδουρά, αλλά και Ελληνοκύπριους, όπως η σφαγή στην Τόχνη. Φαίνεται ότι οι πιο βάρβαροι δολοφόνοι είναι αυτοί που έδρασαν από συναίσθημα, λερώνοντας τα χέρια τους με αίμα αθώων, επικαλούμενοι τον… πόνο τους. Σε χώρους όπου διαπράχθηκαν αγριότητες που ακόμα μας στοιχειώνουν, βουβά και σιωπηλά μνημεία μίσους που κρατούν κλειστή την πόρτα της συμφιλίωσης.