Ο κύριος Ερόλ ήταν Τουρκοκύπριος αστυνομικός από τη Κόσιη. Μετά τον πόλεμο βρέθηκε με την οικογένειά του στη Λυθράγκωμη. Το σπίτι που του έλαχε ήταν κτισμένο δίπλα από την Παναγία της Κανακαριάς. Έζησε για χρόνια κάτω από τη βαριά σκιά της.

Εκείνος αλλόθρησκος πρόσφυγας χαμένος στον μικρόκοσμό του. Ένιωθε την παρουσία των πέτρινων τοίχων, των τρούλλων, έβλεπε τα κεραμίδια ως να ήταν κύματα στην οροφή της. Όταν τόλμησε και διάβηκε το ξωπόρτι με τη ζωγραφιά της είδε μέσα στο σκοτάδι το ύψος της και φοβήθηκε. Όταν συνήθισε το μάτι του στο σκότος είδε τις ζωγραφιές στους τοίχους, τα πιάτα κολλημένα στην οροφή… Ρώτησε στον καφενέ να του πουν τι ήταν τούτο το κτίσμα που αίφνης μπήκε στην καθημερινότητά του, αλλά δεν πήρε απάντηση.

Ο κύριος Ερόλ έζησε παρέα με την Παναγία την ήρεμη ζωή του. Τα καλοκαίρια γευόταν τα ωραία σύκα κοντά στον πέτρινο ελιόμυλο της αυλής της, τους χειμώνες αγκαλιές ήταν τα αγρέλια που μάζευε στα ερείπια των κελιών του μοναστηριού. Έχασε τη γυναίκα του, βαριά και ασήκωτη η μοναξιά του, παρέα είχε μόνο τον σκύλο του. Μαζί τριγύριζαν τον χώρο του μοναστηριού, αυτός πότιζε τις λεβάντες, μονολογούσε ενώ καθάριζε τα δυο παλιά κιονόκρανα από τα σαλιγκάρια που φώλιαζαν στα σκαλίσματα.

Στο μυαλό του χιλιάδες ερωτήσεις, ποιοι, πότε, πώς, γιατί έκτισαν τούτο το θεόρατο κτίσμα. Όταν πριν λίγα χρόνια οι συμπατριώτες του έκτισαν το μεγάλο τζαμί απέναντι από την Παναγία, θύμωσε. Ο κύριος Ερόλ δεν ήξερε την ιστορία της, δεν ήξερε για την κλοπή, κατάλαβε από μόνος ότι τούτο το κατασκεύασμα κάτι πολύτιμο έκρυβε. Επειδή το σπίτι του ήταν τόσο κοντά στην εκκλησία κάποιοι -από τη δική μας πλευρά- του ζήτησαν να κρατά τα κλειδιά της Παναγίας. Να έχει την έγνοια της κι αν έχει ξένους που ήθελαν να τη δουν να τους ανοίγει.

Γνώρισα τον κύριο Ερόλ το 2013. Πήγαμε με τον συμπατριώτη μου τον Ορχάν να του ζητήσουμε τα κλειδιά. Δεν μας τα έδωσε. Μας είπε εις άπταιστον ελληνική «εγιώ εν να σας πάρω». Και μας πήρε. Μας είπε για τη ζωή του, μας ζήτησε να του πούμε για τη δική μας και δειλά-δειλά μας ζήτησε να του πούμε γι’ αυτήν που εδώ και χρόνια τον συντρόφευε στη μοναξιά του. Την Παναγία, το μοναστήρι, το ψηφιδωτό, αυτό που όλοι έβλεπαν, μα δεν έβλεπαν. Μιλήσαμε, του είπαμε για τον Τούρκο επαγγελματία αρχαιοκάπηλο, για την κλοπή, για την αγορά, για τη δίκη στην Αμερική και τη νίκη μας, για τους Αποστόλους που επέστρεψαν… και μας άκουγε μαγεμένος, αλλά και θυμωμένος για την καταστροφή.

Έκτοτε κάθε φορά που πηγαίναμε Καρπασία σταματούσαμε να δούμε την Παναγία και τον κύριο Ερόλ. Είχε αναλάβει πλήρως την εκκλησία και την αυλή. Έκοβε τα χόρτα, καθάριζε, σφουγγάριζε τα άσπρα μάρμαρα, άδειαζε από το θυμιατήρι τα καρβουνάκια που έκαιγαν οι λιγοστοί πιστοί που επισκέπτονταν την Παναγία κι άμα περνούσαν ξένοι τους εξιστορούσε με μεγάλο καμάρι τις περιπέτειες της Παναγίας με τα λιγοστά αγγλικά που ήξερε.

Χαιρόταν αφάνταστα όταν έρχονταν Ελληνοκύπριοι, τους εξηγούσε πια ο ίδιος στα ελληνικά για τον τρισκατάρατο Ντικμέν, για την Παναγία και τον γιο της που καθόταν στα γόνατά της, που εκείνος ποτέ δεν είδε, αλλά ήξερε ότι αυτός τον έβλεπε… έδειχνε σε όλους το αγίασμα κάτω από το βήμα, επεξηγούσε το επίθετο της Παναγίας, Κανακαριάς, όπως το άκουσε: από το καν που στην τουρκική γλώσσα σημαίνει αίμα… και εξιστορούσε ότι κάποιος προσπάθησε να λαβώσει με ένα τόξο την τοιχογραφία που απεικονίζει την Παναγία με τον Χριστό πάνω από την πόρτα της εισόδου και το τόξο γύρισε πίσω και τον σκότωσε κι αυτός έφυγε φωνάζοντας καν καν…

Φεύγοντας χάριζε στον καθένα από ένα κλωνάκι λασμαρί, ή λεβάντα που αφθονούσε στον κήπο και μας κατευόδωνε λέγοντας να ξανάρτετε, καρτερώ σας. Το τελευταίο μας συναπάντημα έγινε τον περασμένο Απρίλη. Πήγαμε να τον χαιρετήσουμε, ήταν άρρωστος, ανήμπορος σχεδόν να σταθεί στα πόδια του. Χαμογέλασε που μας είδε και εναπόθεσε στα χέρια μου τα κλειδιά της Παναγίας. Λάμνε, άνοιξε εσού, μου είπε. Εν να έρτω τζαι εγιώ αμμά γιάλιάλι, εν σώνω πκιον. Σε λίγο ήρθε και στάθηκε, ως συνήθως, στο ξωπόρτι και καλωσόρισε όλους ως να ήταν στο σπίτι του.

Την περασμένη Παρασκευή πήγα στην Κανακαριά συνοδεύοντας φίλους βυζαντινολόγους. Κτύπησα την πόρτα και μια μαυρομαλούσα κοπελιά από την Άπω Ανατολή μου είπε ότι ο Ερόλ πέθανε πριν λίγους μήνες. Μερίμνησε όμως ν’ αφήσει τα κλειδιά κι έτσι με μισή καρδιά τα πήρα και άνοιξα την εκκλησία. Μπήκα μέσα σε μιαν αραχνιασμένη, σκονισμένη, κατασκότεινη εκκλησία. Στο ιερό βήμα πάνω στη σκονισμένη γεμάτη αζαγιές κολόνα που κάποτε στήριζε την Αγία Τράπεζα, μια πλαστικοποιημένη φωτογραφία της Παναγίας και του Χριστού Α4 και γύρω γύρω χρησιμοποιημένα καρβουνάκια, λιβάνι, λάδι, σκουπίδια…

Αφιερωμένο σε όλους που υποστηρίζουν τζείνοι ποτζι τζαι εμείς ποδά. Σε όλους εκείνους που δεν έχουν καταλάβει ότι οι πρώτοι σύμμαχοι μας είναι οι Τουρκοκύπριοι κι όχι οι άλλοι, οι ποικίλοι διπλοπρόσωποι και υποκριτές που έρχονται και φεύγουν με την ίδια ευκολία τάσσοντας μούχτι φούρνους ποξαμάθκια… ο νοών νοείτο!   

Ελεύθερα, 10.9.2023