Τα βαμβακερά λευκά σεντόνια της παιδικής μας ηλικίας που μας τύλιγαν απαλά τις ώρες του ύπνου, μετατράπηκαν με την πάροδο του χρόνου και τον υπερκαταναλωτισμό σε υφασμάτινες απεικονίσεις ηρώων κινουμένων σχεδίων, λουλουδιών, κάμπων και βουνών. Τα λευκά σεντόνια που σαν τρικάταρτα καράβια ανέμιζαν στις αυλάδες και στις ταράτσες των σπιτιών, μας ταξίδευαν με άρωμα φρεσκάδας, εμποτίζοντας το αεράκι με ένα αίσθημα ελαφρότητας, χαράς και προσδοκίας. Κρεμόντουσαν ώρες ολόκληρες για να στεγνώσουν κάτω από τον χειμωνιάτικο ήλιο ενώ στέγνωναν σχεδόν μαγικά σε χρόνο αστραπής το καλοκαίρι, αποτελώντας τέλειες κρυψώνες στα παιχνίδια μας.

Κάποτε βοηθούσαμε τη μητέρα στην ιεροτελεστία του διπλώματός τους. Στεκόμασταν απέναντι της στην άλλη άκρη του δωματίου και με συγκεκριμένες κινήσεις, πότε διαγώνιες, πότε ευθύγραμμες, τα τεντώναμε και τα διπλώναμε, ενώ καθώς συντονιζόμασταν με τις επιδέξιες χειρονομίες της, πλησιάζαμε όλο και πιο κοντά, λες και χορεύαμε ένα αρχέγονο αντικριστό χορό. Στο τέλος το κάθε σεντόνι γινόταν σαν ένα πακέτο, όπου δεν εξείχε η παραμικρή κόγχη, έτοιμο για σιδέρωμα προτού πάρει τη θέση του στο ερμάρι με τα ασπρόρουχα και τα γιασεμιά.

Τα σεντόνια χρησίμευαν και σαν ρούχα αμφίεσης όταν τα παιδιά παίζαμε φαντάσματα ή στις Απόκριες ντυνόμασταν πελλόμασκες. Η πρώτη μου εμπειρία θανάτου ήταν αυτή της γειτόνισσάς μας της παπαδιάς, όταν την είδα ξαπλωμένη στην κάμαρή της, τυλιγμένη σε άσπρα σεντόνια που απεικόνιζαν ζωγραφιές της Σταύρωσης. Τι όμορφα τα σάβανά της, έλεγαν οι γειτόνισσες. Ασάλευτη κάτω από το φως των κεριών που κάπνιζαν μέχρι τον ουρανό, αυτή που μέχρι χθες άπλωνε τη μπουγάδα της στην αυλή, τώρα κοιμόταν ακίνητη με ένα μπουκέτο υάκινθους στα σταυρωμένα χέρια της. Η μυρωδιά τους μαζί με των κεριών που έλιωναν έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική, παρόλο που στο κρύο δωμάτιο το παραθύρι ήταν ανοιχτό. Κάτι θεατρικό αιωρείτο στο δωμάτιο, σαν σκηνικό θεάτρου που είχα δει το καλοκαίρι με τους γονείς στο αρχαίο Κούριο.

Γυναίκες μαυροφορεμένες ψιθύριζαν, κλαίγανε και τραγουδούσαν μοιρολόγια. Έγειρα στα πέτρινα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου και αποκοιμήθηκα στα πόδια της μητέρας. Τώρα προστατευμένη στην αγκαλιά της, κοιτούσα το λευκό πρόσωπο και τα χέρια της παπαδιάς που νόμιζα πως ήταν βαμμένα με κιμωλία. Κι ενώ περίμενα να δω την ανάληψή της, να αιωρείται και να ανεβαίνει στον ουρανό, πέρα από τον θόλο της εκκλησίας, αυτή βρισκόταν ως το τέλος της τελετής καθηλωμένη στο σεντούτζι της. Πρέπει να έγινε σύννεφο, όπως αυτά που σαν πουπουλένια σκεπάσματα αρμενίζουν στον χειμωνιάτικο ουρανό.

Σε πλατείες του νησιού, παιανίζουν μπάντες φιλαρμονικής. Οι επίσημοι περιμένουν τη μαύρη προεδρική λιμουζίνα, η οποία θα φέρει τον πρόεδρο ή κάποιον υπουργό για τα αποκαλυπτήρια ενός ακόμη μνημείου που εδώ και καιρό είναι καλυμμένο σαν φάντασμα κάτω από ένα άσπρο σεντόνι. Παντού σεντονάδες, γλυπτά και αγάλματα που πολίτες, οι οποίοι απλά έχουν χρήματα αλλά αμφίβολη αισθητική δωρίζουν, καταναγκαστικά κοσμώντας πεζόδρομους και πάρκα, εις μνήμην του τάδε συγγενή, φίλου, ή μιας πεφωτισμένης προσωπικότητας.

Εδώ τίθεται θέμα όχι μόνο αισθητικής αλλά και ηθικής. Είναι οι πολίτες υπόχρεοι να αντικρίζουν τρισδιάστατα, καθημερινά και εις τον αιώνα τον άπαντα, άγνωστα γι’ αυτούς πρόσωπα που έγιναν πέτρα και μπρούντζος; Ποιος κρίνει και αξιολογεί τη σημαντικότητα ενός έργου τέχνης ή την εμβέλεια της προσφοράς ενός ανθρώπου; Οποιοσδήποτε μπορεί να γίνει δωρητής, αναθέτοντας σε ένα καλλιτέχνη της αρεσκείας του, «χύσε ένα καλούπι για τον παππού», το οποίο δωρίζει στη συνέχεια ώσπου να γίνει το νησί ένα κακόγουστο «θαλασσινό κοιμητήρι» ανδριάντων και αγαλμάτων;

Άλλα σεντόνια που αγαπήσαμε όλοι μας σαν ήμασταν παιδιά, υπήρξαν το πανί της κινηματογραφικής οθόνης και αυτό του Καραγκιόζη. Λάτρευα το σεντόνι που κρέμαγε ο πατέρας στο απαλάτιν, όταν ανεβαίναμε στο χωριό των παππούδων και άναβε η γιαγιά τη λάμπα πετρελαίου, ενώ ο πατέρας πίσω από το φως της, μας έκανε αυτοσχέδιο θέατρο σκιών με τα χέρια του, σχηματίζοντας δράκους και ανεράδες που χόρευαν στο λευκό πανί, μέχρι που μας τύλιγε ο ύπνος και η γιαγιά μας σκέπαζε με τα ταϊστά σεντόνια και το πάπλωμα. Η νύχτα άπλωνε το δικό της μαύρο σεντόνι με χιλιάδες αστέρια, ανθρώπων και προγόνων που έφυγαν από τη ζωή. Τυλιγμένοι σε ένα λευκό σεντόνι έγιναν πρώτα χώμα, έπειτα δέντρα και στη συνέχεια αστέρια που λάμπουν στο νυχτερινό στερέωμα.

Σαν έχει πανσέληνο ο ουρανός απλώνει ένα λαμπερό μεταξένιο σεντόνι που κρύβει τα άστρα. Η θάλασσα ασημίζει, όπως και οι βουνοκορφές, τα σπίτια, τα δέντρα. Οι παππούδες και οι γονείς μας δεν έγιναν ποτέ αγάλματα ή ανδριάντες αλλά αστέρια που ζουν και φέγγουν μες στις ψυχές μας, φωτίζοντας τις νύχτες μας.

Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ…

dena.toumazi@gmail.com

Φωτογραφία: Ιουλίτα Τουμαζή