Δίνω σήμερα τον λόγο στη νεαρή επιζήσασα ενδοοικογενειακής βίας που την περασμένη Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023 μίλησε για τη δική της εμπειρία στην ημερίδα της Γυναικείας Κίνησης Οικολόγων (ΓΥ.Κ.Ο) στη Λεμεσό.

Να ένα απόσπασμα από το καλογραμμένο σημείωμα που μου έστειλε δύο μέρες μετά την εκδήλωση:  «Τρέχεις να προλάβεις να ζήσεις όσο σου έμεινε, όσο καλύτερα και πιο ουσιαστικά μπορείς, αφού όμως πρώτα πρέπει να βγεις από τον κυκεώνα ενός μακροχρόνιου τοξικού γάμου, να σώσεις ό,τι σωζεται από τη δική σου ψυχή και τη ψυχή των αθώων παιδιών σου που έφερες στον κόσμο γιατί τα ήθελες τόσο πολύ αλλά, άθελά σου, τα «χρησιμοποίησες» και ως «σωσίβια» για να σε σώζουν από τον καθημερινό πνιγμό που σε υπέβαλλε ο δεσμώτης σου, μέσα στη γεμάτη δηλητήριο δεξαμενή του φαύλου κύκλου της βίας. Και συνεργοί του, η απόλυτη πατριαρχία, ο στρουθοκαμηλισμός, να το κρύψουμε κάτω από το χαλί… Αντηχούν στ’ αυτιά σου φράσεις όπως «δεν έγινε και κάτι», «σιώπα να περάσεις», «είναι ο άντρας σου», «τι θα πει ο κόσμος», «πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά σου έτσι;», «δε θα τα καταφέρεις μόνη σου»… Είναι η άλλη μορφή της ενδοοικογενειακής βίας…η έμμεση, ο σιωπηλός εκβιασμός, η δημιουργία ενοχών, το κτύπημα της συνείδησης, «τα μωρά πάνω απ’ όλα»…

Κι ένα μαυρισμένο μάτι…τι μπορεί κι αυτό να κρύβει άραγε; Για τους άλλους, ίσως ένα απλό κτύπημα, για σένα όμως το τέλος… ή έστω η αρχή του τέλους! Θα σε στήσουν στον τοίχο για εξονυχιστική ανάκριση, θα σου πουν κάποιοι «δεν το ήθελε, ήταν κατά λάθος». Ακόμα και οι ίδιοι οι γονείς σου, αποσιωπούν το επεισόδιο για να μη «στιγματιστούν» ότι η κόρη τους θέλει και πρέπει να χωρίσει, να ελευθερωθεί από τα δεσμά  της αρρωστημένης ζήλιας, της παθολογικής «αγάπης» που μόνο αγάπη δεν είναι, της κτητικότητας και του ελέγχου. Ότι η κόρη τους παλεύει με θεούς και δαίμονες να ξεφύγει από το τέρας του φόβου που τρώει σιγά σιγά και σταθερά τη ψυχή της και θέλει να ζήσει τη ζωή της χωρίς τους περιοριστικούς προγραμματισμούς μιας πατριαρχικής οικογένειας του «σιώπα να περάσεις». Φωνάζεις ναι, αντιδράς πίσω ναι, τρελλαίνεσαι και μάχεσαι κι εσύ. Βυθίζεσαι όλο και πιο βαθιά μέσα στον βάλτο ενός αφιλόξενου σπιτιού, πίσω από μια κλειστή πόρτα και προσπαθείς να σε ακούσει κάποιος, να σε πιάσει από το χέρι και να σε τραβήξει από εκεί μέσα πριν πνιγείς…κανείς όμως δε θέλει να βοηθήσει…για να μη μπλέξει, για να μη κληθεί ως μάρτυρας. Κάνουν ότι δεν βλέπουν και δεν ακούν γιατι φοβούνται… Ναι ήταν επιλογή σου, ναι πάλεψες να είσαι μαζί του…δεν ήξερες…δεν ήθελες να δεις τις κόκκινες σημαίες και τα σημάδια που φαίνονταν…

Το μεγαλύτερο όπλο, η χειραγώγηση…σιγά σιγά η χειριστική του συμπεριφορά μετατρέπεται στο καλύτερό του όπλο για να νιώθεις ότι εσύ φταις για όλα…ότι είσαι μια φτηνή γυναίκα, επειδή απλά θέλεις να βγεις έξω ή τυχαίνει να έχεις φίλους ή να μιλάς με πρόσωπα του αντίθετου φύλου! Στο τέλος, για να ησυχάσεις από τους καβγάδες, που ποτέ φυσικά δε σταματούν, καταλήγεις εγκλωβισμένη στο ίδιό σου το σπίτι, χάνεσαι από όλους και από όλα και περιμένεις να βρεις τη δύναμη, τον τρόπο, τη διέξοδο για να φύγεις μακριά…».