Mέρος Γ΄: Το εκκρεμές και οι προμουττισμένες εικόνες

Μετά την ανεξαρτησία του νησιού, σταμάτησαν τα νυχτερινά κέρφιου, οι άνθρωποι κυκλοφορούσαν πια ελευθέρα, έβγαιναν σε νυχτερινά κέντρα, πήγαιναν σινεμά ή μαζεύονταν στα σπίτια των γειτόνων και των συγγενών που είχαν τηλεόραση. Όσοι δεν είχαν στη γειτονιά τους, έβγαζαν τα καλοκαίρια καρέκλες στον δρόμο και κουβέντιαζαν με τους γειτόνους. Πάντα σε μια παρέα θα βρισκόταν ένας δεινός αφηγητής ή μια αφηγήτρια που έκαναν τις βραδιές συναρπαστικές, μυθιστορηματικές ή κινηματογραφικές, με ιστορίες βγαλμένες από την καθημερινή ζωή ή διαποτισμένες με μυθοπλασία.
Με αφηγήσεις περνούσαν τις νύχτες τους και οι χωρικοί, η γιαγιά και ο παππούς μου στο αμπελοχώρι τους που δεν είχε ακόμη ηλεκτροδοτηθεί. Δεν ήξεραν να γράφουν ή να διαβάζουν, ούτε μιλούσαν πολύ, παρά μόνο για τα αναγκαία και τα ουσιώδη. Γι’ αυτό και ήταν οι καλύτεροι ακροατές, άκουγαν, παρατηρούσαν και αφουγκράζονταν την ψυχή του άλλου. Σε ένιωθαν με απλότητα και αμεσότητα, με την καρδιά τους να χτυπά συγχρονισμένη με τον παλμό της φύσης.

Τηλέφωνο δεν υπήρχε στο χωριό γι’ αυτό και για να ειδοποιήσεις κάποιον για ένα συμβάν έπρεπε να του «μηνύσεις» μέσω του οδηγού του λεωφορείου που έκανε καθημερινά τη διαδρομή Δορά-Λεμεσός. Τα Facebook, Instagram, Twitter και άλλα ηλεκτρονικά μέσα ανήκαν ακόμη σε ένα κόσμο επιστημονικής φαντασίας. Το αγροτικό λεωφορείο που όλοι το ήξεραν ως «Το Πουλλάκι» και μετέφερε ανθρώπους και εμπορεύματα, είχε επίσης ρόλο «ταξιδιωτικού περιστεριού» μεταφέροντας μηνύματα, όπως «Είπεν ο γιος σας να κατεβείτε στη Λεμεσό στα γενέθλια των αγγόνισσων σας, ανήμερα του Αποστόλου Λουκά».

Οι ημερομηνίες και οι αριθμοί δεν είχαν κάποια χρηστικότητα στην ύπαιθρο, αρκούσε να κατονομάσεις τους εορτάζοντες αγίους, που με τα ονόματά τους γέμιζαν την κάθε μέρα, τους μήνες και τον χρόνο. Τα χρόνια περνούσαν κυκλικά, ώσπου ξανάρχονταν τα Χριστούγεννα, τα Ψυχοσάββατα και οι Σήκωσες, ο Ευαγγελισμός και η Ανάσταση και ξανά η Κοίμησις της Παναγίας. Ακόμη κι οι γεωργικές εργασίες είχαν τον άγιό τους, τη γιορτή και τη χάρη τους. Οι καμπάνες σήμαιναν τον όρθρο, τον εσπερινό και τις μεγάλες γιορτές. Οι πετεινοί λαλούσαν το ξημέρωμα και τα πουλιά κούρνιαζαν στα δέντρα σαν έφτανε το τέλος της μέρας, την ώρα που ο νήλιος σαν ένα γιγάντιο ολοστρόγγυλο ρουμπίνι βουτούσε πίσω από τα βουνά βάφοντάς τα μενεξεδένια. Το κάθε τι γινόταν στην ώρα του.

Στο σπίτι των παππούδων ο γιός τους έφερε από την πόλη ένα ρολόι του τοίχου με εκκρεμές. Ήρθαν κι οι συγχωριανοί να το δουν. Είχε μια τσακριστήν καμπάνα που τους αντζελόσιαζεν κάθε μια ώρα, ειδικά τη νύχτα μες στην ησυχία του χωριού. Έχασαν τον ύπνο τους με τούντον οχτρόν πα’ στον τοίχο αποσυντονίζοντας τους χτύπους της καρδιάς τους. Δεν το ξανακούρδισαν και το άφησαν απλά να κρέμεται εκεί μαζί με τις άλλες εικόνες, ζωγραφιές και κορνιζαρισμένες φωτογραφίες που τις κρατούσε ένας σπάγκος, δίνοντάς τους κλίση προς τα κάτω αντί να εφάπτονται στον τοίχο. Έτσι προμουττισμένες αιωρούνταν από πάνω μας οι τρεις Χάριτες, ο αετός που πετούσε κρατώντας στα νύχια του ένα αρνάκι, πολύ μικρότερο σε μέγεθος από τον ίδιο. «Υποκλινόμενοι» μας κοίταζαν και οι παππούδες και οι γονείς από φωτογραφίες των αρραβώνων ή του γάμου.

Τις εικόνες τις είχαν αγοράσει από παναΰρκα ή τον πραματευτή που γύριζε τα χωριά πουλώντας υφάσματα, είδη προικός, κουβαρίστρες, γυαλικά. Από αυτόν έπιασαν και τις φωτογραφίες με το Τρίγωνο της Βερμούδας και την άλλη με τον Χριστό που δέσποζε πάνω από την πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο. Δεν γνώριζαν πού βρίσκονταν αυτοί οι τόποι, ούτε είχαν φύγει ποτέ από το νησί. Μόνο μια φορά είχαν πάει στην πρωτεύουσα και για προσκύνημα στον Απόστολο Ανδρέα, διασχίζοντας την πεδιάδα της Μεσαρκάς.

Στον αόριστο χάρτη του μυαλού τους, «η Τουρτζιά ήταν ποτζιεί που φυσούσεν ο Βορκάς τζαι έρκουνταν οι σιονιάδες ’που την Καραμανιάν. ’Πουποτζεί που εφύαν οι πρόσφυγες ’που την Μικρασίαν για να μεν τους σφάξουν οι Τούρτζιοι. Πέρα, πίσω ’που το βουνόν που κάθε πορνόν εγεννιέτουν ο ήλιος, ήταν τα Ιεροσόλυμα τζαι οι Αγίοι Τόποι. Μακάρι να τους αξίωνε ο Πλάστης μας, να πάσιν μιαν ημέραν. Εν εμπήκαν ποττέ σε καράβι, αροθυμούσαν με τη θάλασσα, τα βουνά όμως που τους αγκάλιαζαν καθημερινά ηξέραν τα παθκιάν-παθκιάν. Τζαμαί που εβουττούσεν κάθε δείλις ο νήλιος ήταν η θάλασσα της Πάφος τζαι η μούττη της Κύπρος. Τζαι εγίνετουν πισσούρι στο χωρκόν, εχάννουνταν η εκκλησία, τα σπίθκια, τ’ αμπέλια ως το άλλον πρωίν». Κάποια χρόνια μετά την ανεξαρτησία ηλεκτροδοτήθηκε και το δικό τους μαζί με τα γύρω χωριά κι έγινε η νύχτα μέρα. Κάθονταν αγναντεύοντας πέρα τα φώτα που τρεμόπαιζαν σαν πυγολαμπίδες.

dena.toumazi@gmail.com