Πέρασαν τα Νικολοβάρβαρα που στο συλλογικό ασυνείδητο του λαού συνδέονταν με την έναρξη των γιορτών των Χριστουγέννων αλλά και καταρρακτωδών βροχών. Οι άδειες αλάνες της πόλης, οι «χωράφες» που δεν είχαν ακόμη κοπεί σε οικόπεδα για να χτιστούν πολυκατοικίες, γίνονταν λιμνούλες από λάσπη με βατραχάκια που μας ξυπνούσαν τις νύχτες, κουάξ κουάξ. Η γιαγιά μάζευε σε κουβά το νερό της βροχής για να μας λούσει τα μαλλιά, να γίνουν μαλακά και δυνατά, αφού μ’ αυτό έλουζαν τα δικά τους κι οι άγγελοι.

Μονάχα μια ψηλή πολυκατοικία των εφτά ορόφων υπήρχε στην πόλη μας τη δεκαετία του 60, κατά την οποία γεννήθηκαν τα πρώτα παιδιά της γενιάς της Ανεξαρτησίας. Οι δρόμοι τότε δεν πλημμύριζαν όπως στις μέρες μας εφόσον δεν είχαν ακόμη μπαζωθεί οι κοίτες των χειμάρρων για να κτιστούν κατοικίες. Ήταν οι πρώτες δεκαετίες της αστικοποίησης και της ανάπτυξης του νησιού των Εσπερίδων, τα σπίτια ήταν χαμηλά, κτισμένα ανάμεσα σε περιβόλια από πορτοκαλιές, μανταρινιές, λεμονιές και κυπαρίσσια.

Κάποιες συμμαθήτριες από το δημοτικό έμεναν σε σπίτι με υπόγειο, το οποίο μου προκαλούσε ένα ανεξήγητο φόβο. Όταν κατέβηκα σ’ αυτό της Τζούλιας, βρεθήκαμε σ’ ένα αρχαίο τάφο από τον οποίο το Τμήμα Αρχαιοτήτων είχε μαζέψει τα κτερίσματα. Στο υπόγειο της Έλλης και της Έλενας έχασκαν παλιά σκαλιστά έπιπλα των γιαγιάδων και γυάλινες ζωγραφιστές λάμπες, εφόσον οι νέες τάσεις της μόδας επέβαλλαν έπιπλα σε απλές γραμμές, τραπέζια από φορμάικες και αμπαζούρ με βελούδινα καπέλα. Εκεί κείτονταν βρεφικές κούνιες, κασόνια με αποκριάτικα κοστούμια, παλιές φωτογραφίες αγνώστων προγόνων, κουτιά με χριστουγεννιάτικα στολίδια και κλειστά μπαούλα. Πιανόμασταν σε ιστούς αράχνης, ακούγαμε τριξίματα και ανεβαίναμε τρομαγμένες.

Τη νύχτα στο κρεβάτι μου φανταζόμουν πως εκεί κάτω από τα δωμάτια των φίλων μου τριγυρνούν ποντίκια, φαντάσματα και τρομερά πλάσματα, όπως εκείνος ο σκοτεινός τύπος που ζούσε στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Τον γνώρισα κατά λάθος όταν από περιέργεια διάβασα κάποιες σελίδες από το βιβλίο που βρισκόταν σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μας. Ευτυχώς στη γειτονιά μας κανείς δεν είχε υπόγειο, μόνο η κυρία Αγγελική ένα χαράκωμα στην αυλή της το οποίο μπάζωσε λίγο πριν το 74 αφού ένιωθε πως δεν θα το χρειαζόμασταν ποτέ πια στο νησί.

Σημαντική γιορτή και μέρα αυτή του Αγίου Νικολάου αφού τότε ανοίγαμε το μπαούλο με τα χριστουγεννιάτικα στολίδια, απλώνοντάς τα στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, η οποία παρέμενε κλειστή όλο τον χρόνο, ανοίγοντας μόνο στις μεγάλες γιορτές. Τα ξετυλίγαμε ένα- ένα από το χαρτί και τα κρατούσαμε με προσοχή στην παλάμη μας, μην τα συνθλίψουμε, εύθραυστα όπως ήταν: μπάλες, κώνοι, μπαλαρίνες, ζωάκια και αγγελάκια, που εναποθέταμε στο μεγάλο τραπέζι με το τραπεζομάντηλο από το σμιλί των γιαγιάδων. Είχε φτιαχτεί κατά τη διάρκεια αμέτρητων δειλινών, την ώρα του απογευματινού καφέ, κάτω από το γιασεμί τα καλοκαίρια, στην τζαμαρία δίπλα από τη σόμπα με το διάφανο φως τον χειμώνα. Η κουβαρίστρα τυλιγμένη στο δάχτυλό τους, γύρω από το οποίο πηγαινοερχόταν αδιάκοπα το βελονάκι και ξεπηδούσε το θαύμα. Χρειάστηκαν αμέτρητες μαργαρίτες, μέρες και ώρες, μήνες ή και χρόνια ώστε να ολοκληρωθεί αυτό το λιβάδι που τώρα απλωνόταν στο μακρύ τραπέζι με το πορσελάνινο βάζο, στο οποίο η μητέρα στόλιζε τις γλώσσες που έσταζαν ένα πηκτό υγρό σαν γάλα όταν τις έκοβε από το δέντρο της αυλής.

Τα απογεύματα μετά το σχολείο θαύμαζα και περιεργαζόμουν τα στολίδια έως την ημέρα που θα μας έφερνε ο θείος Κόκος το κυπαρίσσι, κομμένο από την περβόλα, την οποία περιτριγύριζαν και προστάτευαν από τους βορκάδες και τους θαλασσινούς ανέμους πανύψηλα κυπαρίσσια. Τα είχε φυτέψει ο παππούς Κώτσιος για να θωρακίσει το περβόλι και τα λεμονόδεντρά του. Το έλατο, «Ω έλατο», ήταν μόνο στίχοι τραγουδιού στις σχολικές γιορτές, ένα φουντωτό άγνωστό μας δέντρο που βλέπαμε σε ευχετήριες κάρτες με τοπία από βόρειες χώρες.

Εμείς στολίζαμε κυπαρίσσι, άσχετο αν αυτό ήταν ταυτισμένο με κοιμητήρια και το ρετσίνι του με τα βαλσαμωμένα δάκρυα του Κυπαρίσσου που ο Απόλλωνας μεταμόρφωσε σε δέντρο.

Ο πατέρας το τοποθετούσε σε ένα κουβά με άμμο και βότσαλα, έβαζε τα λαμπιόνια και το άστρο στην κορφή και το πότιζε κάθε τόσο. Με τη μητέρα κρεμάγαμε τα στολίδια και τις ασημένιες κλωστές που έπεφταν σαν σταλαχτίτες, φωτίζοντας τις βροχερές συννεφιασμένες μέρες μας και τις κρύες νύχτες που μύριζαν κυπαρίσσι, κανέλα, γαρύφαλλα, μελομακάρονα, κουραμπιέδες και ξύσμα πορτοκαλιού. Οι ζωές μας έμοιαζαν με ένα συννεφάκι από ζάχαρη άχνη, φρεσκοκοπανισμένη βανίλια και κανέλα που σκέπαζαν σαν χρυσόσκονη τα Χριστούγεννα των παιδικών μας χρόνων.

Καλό βροχερό Δεκέμβρη και χαρούμενες γιορτές!

dena.toumazi@gmail.com