Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα του Δεκέμβρη, όταν με την αδελφή και τον πατέρα, ανεβήκαμε στο βουνό. Είχε πεθυμήσει το χωριό και το πατρικό του σπίτι. Βγάλαμε καρέκλες στο ηλιούδιν και ενώ πίναμε τον καφέ μας ο πατέρας που κόντευε να κλείσει τα 90 του χρόνια, άρχισε να απαγγέλει:

-To be, or not to be, that is the question…
-Μα πού ξέρεις τον Shakespeare παπά;
-Εν τον ξέρω σιόρ, Κύριε ελέησον, αφού εβλέπαμεν τον στην τηλεόραση τότε που ήσασταν μιτσιές. Εν αθθυμάστε;

Στην τηλεόραση έπαιζαν τη δεκαετία του 60 εγγλέζικες ταινίες και σειρές, μπορεί να ήταν και αμερικάνικες, αλλά εμείς έτσι αποκαλούσαμε όλες τις αγγλόφωνες και μ’ αυτές μεγαλώναμε, διαβάζοντας αν προλαβαίναμε τους ελληνικούς υπότιτλους. Με τη φαντασία μας βάζαμε τους ήρωες να λένε τα λόγια που εμείς θέλαμε, ενώ τους ντύναμε με χρώματα της αρεσκείας μας εφόσον η τηλεόραση ήταν μαυρόασπρη.

Το ΡΙΚ άρχιζε να εκπέμπει στις 6.00 μ.μ. με το πρώτο δελτίο ειδήσεων και τα Μίκυ Μάους, ενώ μετά το τέλος της ξένης ταινίας, ακουγόταν ο εθνικός ύμνος προτού βγει ο «καράολος», το λογότυπό του, έως το επόμενο βράδυ. Τα Σάββατα ήταν μια νύχτα μαγική γιατί έπαιζε ελληνική ταινία και κάθε δεύτερη Παρασκευή μια τουρκική που μας άρεσε εξίσου. Τις Κυριακές πηγαίναμε με τα ξαδέλφια τον Τάκη και τον Λάκη απογευματινό σινεμά, δύο ταινίες μ’ ένα εισιτήριο. Πρώτα πρόβαλλαν μια παλιά, ενώ ακολουθούσε η νέα ταινία «η καλή» την οποίαν διαφήμιζαν με αφίσες έξω από τους κινηματογράφους.

Τα ζεστά καλοκαίρια παρακολουθούσαμε τηλεόραση καθισμένοι στη βεράντα ενώ όποτε μας ανακοίνωνε ο παπάς πως «εφέραν νέα ελληνική ταινία», πηγαίναμε οικογενειακώς θερινό κινηματογράφο. Ταινίες που άγγιζαν ταυτόχρονα όλα τα ηλικιακά, κοινωνικά και μορφωτικά στρώματα, φέρνοντας μας γέλια αλλά και δάκρυα.

Οι πολεμικές ταινίες με βομβαρδισμούς, κανονιοβολισμούς και τύμπανα πολέμου μου προκαλούσαν τρόμο. Έκλεινα τα μάτια μπροστά σε σκηνές με έφιππους στρατιώτες που χύνονταν στο πεδίο της μάχης ή σκαρφάλωναν ατρόμητοι ψηλές σκάλες για να πορθήσουν τα τείχη. Πόλεις καίγονταν, αλαλαγμοί γυναικόπαιδων. Άνθρωποι που κείτονταν τραυματισμένοι ή νεκροί στην αιματοβαμμένη γη.
-Γιατί γίνονται πόλεμοι παπά;

-Οι άνθρωποι εν άπληστοι τζαι θέλουν πάντα παραπάνω που τζείνα που έχουν κόρη μου, απαντούσε.
-Στην Κύπρο εν θα γίνει πόλεμος;
-Ευτυχώς φαίνεται πως ετελειώσαν τα βάσανα μας, οι πολέμοι τζαι τόσα χρόνια σκλαβκιάς, κόρη μου, συμπλήρωνε η γιαγιά, κοιτάζοντας με δέος τη φωτογραφία του πρώτου προέδρου του νησιού, του εθνάρχη Μακαρίου που είχαμε κορνιζαρισμένη πάνω από την Telefunken μας με τον σιεμέ και τα μπιμπελό.

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, το σπίτι μας μοσχομύριζε από τα γλυκά που ψήνονταν στον φούρνο, η μάμμα και η γιαγιά με την ποδιά δεν σταματούσαν να κοπανίζουν στο χτιν αμύγδαλα, κανέλες και γαρύφαλλα. Μου έδωσαν ένα δισκάκι με γλυκά για να πάρω της κυρίας Χρυστάλλας, του Γιώρκου του κουρέα. Στην αυλή της υψωνόταν μια φοινικιά που στον κορμό της φύτρωνε μια πέτρα σαν γλυπτό, όμοια με ανθρώπινο κρανίο. Κόπηκαν τα πόδια μου στη σκέψη και μόνο, πείσμωσα και δεν πήγαινα, ώσπου αναγκάστηκα να αποκαλύψω τον φόβο μου για τη νεκροκεφαλή και αυτές γέλασαν μαζί μου.

-Πήαιννε τζαι εν να σε βλέπω που δαμαί, είπε η μάμμα που στάθηκε κάτω από τη φορτωμένη με καρπούς μερσινιά. Διέσχισα σαν αστραπή την αυλή της κυρίας Χρυστάλλας που καθόταν σιωπηλή στην κουζίνα με τα χέρια απλωμένα στη σόμπα πετρελαίου.

-Τες ευτζιές μου νάσιεις κόρη μου. Να μεταλάβουμε τζαι να τα φάμε. Πιάσε τούντο κλωνίν με τα φοινίτζια τζαι πάρτο σπίτι.

Ήταν η εποχή που χρύσιζαν τα κλαδιά της χουρμαδιάς με ώριμους κεχριμπαρένιους καρπούς. Ερχόταν ο Χασάν ο Τουρκοκύπριος, έβαζε σκάλα και με σκοινιά αναρριχώταν απάνω για να τα κόψει. Το μαρμάρινο κεφάλι με κοιτούσε αμίλητο και αινιγματικό, καθώς περνούσα μπροστά του μετά βαΐων και κλάδων. Τις επόμενες μέρες θα φτιάχναμε φοινικωτά.

Έτος 2023, μισός αιώνας μετά την ηρωική εκείνη μέρα που ένα κοριτσάκι διέσχιζε μόνο το πεδίο μάχης, την αυλή με τις ανθισμένες μεσπιλιές και τις φτέρες, όταν ήρθε αντιμέτωπο με τους φόβους του προς το άψυχο κρανίο. Τα φοινίκια που χρυσίζουν στην κουζίνα μου ενώ τα γεμίζω με καρύδια και αμυγδαλωτά με παίρνουν πίσω στον χρόνο, στην οδό Ησιόδου 7, με σπίτια χαμηλά και αυλάδες, όπου έλαμπαν σαν λαμπιόνια τα μανταρίνια. Στον δρόμο που ακόμη αντιστέκονται ελάχιστα σπίτια, όπως το πατρικό μου και αυτό του Περικλή του Πετρολαδά.

Η φοινικιά έζησε την ανοικοδόμηση της γειτονιάς πριν ένα αιώνα, τις γεννήσεις των κατοίκων της, τις χαρές και τις λύπες τους και έπειτα την απώλειά τους. Τώρα ετοιμάζεται κι αυτή να αποχαιρετήσει την οδό Ησιόδου αφού το σπίτι θα κατεδαφιστεί για να χτιστεί μια οχταόροφη πολυκατοικία. Θα την ξεριζώσουν και θα τη μεταφυτέψουν σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, να βλέπει τους τουρίστες να ψήνονται τα καλοκαίρια και να κρατά στις ρίζες της τα μυστικά μιας άλλης ζωής και μιας εποχής περασμένης.

dena.toumazi@gmail.com