Αυτοί που βλέπουν τη δημοσιογραφία ως απειλή για την εθνική ασφάλεια, ομολογούν ότι αυτό που απειλείται είναι η αυθαιρεσία της εξουσίας τους.
Η ασφάλεια –εθνική ή με συνοδεία άλλου επιθέτου– και το δημόσιο συμφέρον είναι οι πιο ταλαιπωρημένες έννοιες στο λεξιλόγιο κάθε κρατικής εξουσίας διεθνώς, και όχι μόνο από χείλη δικτατόρων εκφερόμενες. Με την επίκλησή της, και οι σύγχρονες δημοκρατικές κυβερνήσεις καλύπτουν την τάση τους να γλυκοκοιτάζουν συχνά προς την αυθαιρεσία και την κατάχρηση εξουσίας – τη διαφθορά γενικότερα. Η εξουσία δεν έχει νόημα για έναν ηγέτη αν δεν μπορεί να τη διατηρήσει, είτε είναι ειλικρινής και σκέφτεται το καλό των πολλών (απίθανο) είτε το καλό το δικό του και των… χορηγών του. Ο μόνος τρόπος να εστιάσει στο πρώτο (στο πλαίσιο του εφικτού, εννοείται) ένα επιρρεπές στους πειρασμούς κυβερνητικό στέλεχος, είναι να ξέρει ότι οι πράξεις του ελέγχονται και κρίνονται.
Ο θεσμικός τρόπος ελέγχου των κυβερνώντων είναι η νομοθεσία και η εφαρμογή της. Όμως αυτό δεν αρκεί πάντα (σχεδόν ποτέ, για την ακρίβεια, λόγω διαφθοράς, διαπλοκής κ.λπ.). Για να μπορεί να ελέγχει την εξουσία ο πολίτης, πρέπει να γνωρίζει τις πράξεις της. Επειδή αυτές συχνά είναι αδιαφανείς, υπάρχει η ανάγκη ενός μέσου που να τις διερευνά, να τις φέρνει στο φως, να τις κρίνει και να τις ερμηνεύει. Αυτό το εργαλείο είναι ο Τύπος, αν και, ως ένα ακόμα είδος εξουσίας, συχνά πάσχει από τις ίδιες ασθένειες που προσβάλλουν τους κρατικούς αξιωματούχους. Η διαφθορά και η διαπλοκή δεν είναι άγνωστη στις τάξεις των λειτουργών του, επιπλέον υπάρχει και η αυτολογοκρισία: Κάθε δημοσιογράφος γνωρίζει τα όριά του, η δημοσιογραφία δεν ασκείται εν κενώ, ακροβατεί μέσα στο ίδιο σύστημα κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Υπάρχει, ωστόσο, ερευνητική και αποκαλυπτική δημοσιογραφία; Αν δεν υπήρχε, προς τι οι νομοθετικοί περιορισμοί στο δημοσιογραφικό έργο; Οι προσπάθειες να ελέγξουν και να παρεμποδίσουν τον Τύπο, ακόμα και με τη νομιμοποίηση κατασκοπευτικής τεχνολογίας που χρησιμοποιείται ήδη, είναι η παραδοχή ότι υπάρχει τέτοια δημοσιογραφία η οποία εκλαμβάνεται ως απειλή. Και επειδή δεν μπορούν να ομολογήσουν ότι αυτό που απειλείται είναι η αυθαίρετη άσκηση της εξουσίας εκ μέρους τους, επινοούν την «ασφάλεια» – δημόσια, εθνική, κρατική. Έτσι όμως ομολογούν πως έχουν κάτι να κρύψουν, το οποίο δεν πρέπει να το γνωρίζουν οι πολίτες που τους ψηφίζουν επειδή… δεν τους συμφέρει!
Τι έχουν να κρύψουν, όμως, οι δημοσιογράφοι; Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωκοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ετοίμασαν νόμο για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (European Media Freedom Act – EMFA). Στο άρθρο 4 αναφέρονται οι εξαιρέσεις που την περιορίζουν, στη βάση των οποίων επιτρέπεται, κατά την κρίση των κυβερνώντων, η παρακολούθηση ηλεκτρονικών συσκευών δημοσιογράφων (υπολογιστές, τηλέφωνα κ.ά.): Στον κατάλογο αδικημάτων περιλαμβάνονται συμμετοχή σε εγκληματική ή τρομοκρατική οργάνωση, εμπορία ανθρώπων, ναρκωτικών, όπλων, σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, απάτη, διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος, ηλεκτρονικό έγκλημα, ανθρωποκτονία, απαγωγή, ρατσισμός, αρχαιοκαπηλία, εκβιασμός, πλαστογραφία, δολιοφθορά κ.ά., συνολικά 32 ποινικά αδικήματα που η υποψία και μόνο τέλεσής τους, ΕΙΔΙΚΑ από δημοσιογράφους, δικαιολογεί την παρακολούθησή τους.
Για ανάλογα αδικήματα μπορεί ήδη να παρακολουθείται οποιοσδήποτε στην Κύπρο, κατόπιν δικαστικού διατάγματος: Εκπρόσωπος της Εισαγγελίας παρουσιάζει στοιχεία – χωρίς αντίλογο, εννοείται, αν και η νομοθεσία προνοεί ενημέρωση του «θύματος» μετά από 90 μέρες (λέμε και κανένα ανέκδοτο: Αν δεν του το πουν, πώς θα μάθει ότι τον παρακολουθούσαν ώστε να διαμαρτυρηθεί ότι του το έκρυψαν;). Αν και δεν αλλάζει τίποτα για την Κύπρο, γιατί μια ειδική νομοθεσία για τον Τύπο; Επειδή ένας δημοσιογράφος μπορεί να ερευνά για αδικήματα στα οποία ενδέχεται να εμπλέκονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα που δεν θέλουν, προφανώς, να αποκαλυφθούν για λόγους ασφαλείας (της… δικής τους). Μετατρέποντας τους ερευνώντες σε εν δυνάμει ενόχους, οι ερευνώμενοι αποκτούν ένα δίχτυ προστασίας και ασυλίας που αποτρέπει την έρευνα. Στην Ελλάδα, π.χ., παρακολουθούσαν «ενοχλητικούς» δημοσιογράφους με το «κυπριακό» Predator και το Pegasus, στην Κύπρο είχαν παγιδεύσει τα τηλέφωνα και τους υπολογιστές του, επίσης «ενοχλητικού», Μακάριου Δρουσιώτη. Ακόμα να μάθουμε –αν θα μάθουμε ποτέ– ποιοι ευθύνονται. Και οι δυο κυβερνήσεις υποστηρίζουν τον ευρωπαϊκό κανονισμό «προστασίας» των δημοσιογράφων από τον… εαυτό τους.
Η ελευθεροτυπία όμως δεν αφορά μόνο τα ΜΜΕ αλλά τους πάντες, επειδή αυτή εξυπηρετεί όντως το δημόσιο συμφέρον: Ο ενημερωμένος πολίτης είναι η προϋπόθεση για ένα ελεύθερο και δημοκρατικό κράτος που τον σέβεται και υποστηρίζει τα δικαιώματά του. Πρόμαχός του απέναντι στην αυθαιρεσία της εξουσίας, τη διαπλοκή και τη διαφθορά, είναι ο ελεύθερος Τύπος, παρά τα όποια προβλήματα και ελλείψεις του. Αν δεν υπήρχε, τόσα σκάνδαλα που μάθαμε θα έμεναν κρυφά. Μας φαίνεται πλέον φυσικό που υπάρχουν παντού κάμερες, που έχουν πρόσβαση ξένοι στην προσωπική μας ζωή, που είμαστε φακελωμένοι παντού, συχνά εκουσίως. Οι παρακολουθήσεις είναι ήδη καθημερινότητα, με την ανοχή μας. Γιατί;
chrarv@philelefheros.com
Ελεύθερα, 17.12.2023