Τελικά είναι της μόδας. Ορμάμε γι’ αλλαγές, μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονισμούς, αναδομήσεις, σε συστήματα, υπηρεσίες, θεσμούς και όπου αλλού ήθελε προκύψει. Και ποιος μας συγκρατεί; Αυτό, άλλωστε, επιβάλλουν και οι καιροί. Γιατί και με οξυδέρκεια είμαστε προικισμένοι και το χάρισμα της ικανότητας διαθέτουμε. Αλλά και το σθένος να τολμηθούν τομές, ακόμα και ρήξεις με φθαρμένους και στρεβλωτικούς θεσμούς και με απηρχαιωμένα συστήματα, δεν μάς λείπει. Έλα όμως που σκάει σαν βόμβα η ομολογία-σοκ, όχι του οποιουδήποτε τυχόντος, αλλά του ίδιου του υπουργού Εσωτερικών. Μιλά για φτιάξιμο δήμων, που είναι καταδικασμένοι να χρεοκοπήσουν.
Θα ήταν όντως τραγελαφικό η όλη προσπάθεια, το μεγαλειώδες αυτό εγχείρημα της μεταρρύθμισης της ΤΑ, που μπαίνει σ’ εφαρμογή μάλιστα από την 1η Ιουλίου φέτος, να μην μπορεί ν’ αντέξει στο πιο σημαντικό που αφορά στην οικονομική βιωσιμότητα. Είναι γεγονός ότι η οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική προσπάθεια, οπουδήποτε αυτή στρέφεται, δεν μπορεί παρά ν’ αρχίζει από τους παράγοντες της αντοχής και της βιωσιμότητας.
Η Βουλή, από την πλευρά της σπεύδει να κάνει λόγο για τορπίλη στα θεμέλια της όλης προσπάθειας με τις όποιες «απαξιωτικές αναφορές», χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να μπορεί να διασκεδάζεται η εντύπωση της εκδοχής περί συμβιβασμών, συναλλαγών και ικανοποίησης ορέξεων και επιθυμιών. Και εκεί που πάει να τύχει εκσυγχρονισμού το πράγμα, υπό τον μανδύα της «μεταρρύθμισης», να σου προκύπτει το ερώτημα ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και ποιος βαστάζει στους ώμους του τα όποια κόστη;
Οι συγκρίσεις με άλλες ευρωπαϊκές χώρες βοούν τόσο εκκωφαντικά. Η μεταρρύθμιση ειδικά της ΤΑ θ’ απαιτούσε πρωτίστως βήματα, που εμπεριέχουν το στοιχείο της θυσίας των όποιων προσωπικών ή κομματικών συμφερόντων και φιλοδοξιών για χάρη του ταλαίπωρου δημοσίου συμφέροντος και όχι το αντίθετο. Πέραν των απαιτούμενων εξορθολογιστικών προσεγγίσεων σ’ επίπεδο εμπειρογνωμόνων με εστίαση στην ευελιξία και διασφάλιση του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα του όλου συστήματος μιας σύγχρονης Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η όποια εμπλοκή των Κομμάτων και όχι μόνο, θα έπρεπε να παγιώνεται και να θεσμοθετείται στη βάση του τολμήματος της ρήξης με στρεβλωτικές πρακτικές και της παγίωσης αθεράπευτων κατεστημένων.
Το ερώτημα εξακολουθεί να παραμένει το ίδιο βασανιστικό: τη στιγμή που τοποθετείται τόσο ψηλά ο πήχης και με τόσες προσδοκίες, γιατί κάποια στοιχεία παραπέμπουν στο ότι ίσως και πάλι αναγκαστούμε να περάσουμε από κάτω; Θα προκύψει γι’ ακόμα μια φορά θέμα ως προς το ποιος πληρώνει το λογαριασμό; Και πιο πέρα: ποιοι θα είναι έτοιμοι ακόμα και για το ενδεχόμενο ανάληψης ευθυνών αν αποδειχθεί ότι στράβωσε το πράγμα;
Μην μας διαφεύγει, η έννοια της «πόλης», ως του τρόπου που χάρισαν οι «θεοί» στους ανθρώπους, προκειμένου να συνυπάρχουν με τάξη, αρμονία, κοσμιότητα. Γιατί σήμερα να μάς βγαίνει τόση αταξία, δυσαρμονία και ακοσμία σ’ ένα τόσο ευαίσθητο θεσμό;