Κάθε εκλογική διαδικασία, όπως η αυριανή, φέρνει μαζί της μερικούς προβληματισμούς για τη φύση του πολιτικού συστήματος.

Οι ψηφοφόροι καλούνται να προσέλθουν στις κάλπες και να επιλέξουν κόμματα και υποψηφίους. Διαπνέεται, επομένως, μια αίσθηση εκπροσώπησης των πολιτών στους πολιτικούς θεσμούς του κράτους και εν προκειμένω στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν, κατόπιν των εκλογών, οι ψηφοφόροι εκπροσωπούνται πράγματι στα θεσμικά όργανα του κράτους και της Ένωσης ή εάν εν τέλει η όποια εκλογή εξυπηρετεί μεμονωμένα άτομα ή/και ομάδες ειδικού ενδιαφέροντος. Με άλλα λόγια, είναι όντως οι εκλογές μια «γιορτή της δημοκρατίας»;

Εάν εξαιρέσουμε ένα μέρος της τοπικής αυτοδιοίκησης, το οποίο προτάσσει το πραγματικό ενδιαφέρον για τον τόπο, η πεμπτουσία του προβληματισμού έγκειται στη διαδικασία λήψεως των πολιτικών αποφάσεων. Είτε αυτό ονομάζεται τοπική αυτοδιοίκηση στα μικρά και στα μεγάλα κέντρα, είτε Βουλή, είτε Ευρωβουλή, δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοδήποτε κριτήριο συν-απόφασης μεταξύ του πολιτικού προσωπικού και της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν συμμετέχει στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων. Δεν ερωτάται, δεν καταθέτει τη γνώμη της. Το πολιτικό προσωπικό πράττει κατά το δοκούν τη στιγμή που δεν υπάρχει οποιαδήποτε δυνατότητα ανάκλησης ή κύρωσής του. Οι πολιτικές αποφάσεις, οι οποίες δεν εναρμονίζονται με την βούληση της κοινωνίας ή αποβαίνουν ζημιογόνες για την εξέλιξή της, ενώ, καταγράφονται ως τέτοιες στον δημόσιο διάλογο, συνήθως, δεν εναπόκεινται σε διαδικασία αναπροσαρμογής, αλλά, ούτε και υπάρχει κάποια σταθερή και ουσιαστική διαδικασία απόδοσης ευθυνών.

Η όποια εκλογή φέρνει μαζί της κάποιες εξουσίες, δικαιοδοσίες και ασυλίες. Η απουσία μιας πάγιας πολιτικής προς απόδοση ευθυνών παρεκτρέπει την πολιτική διαδικασία με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται πρακτικές κατάχρησης της ισχύος και των προσβάσεων. Η δύναμη της εξουσίας ξεπερνά τα όρια και η δημόσια πολιτική ασκείται με βάση το ίδιον συμφέρον. Η εκλογική διαδικασία, απλώς, νομιμοποιεί αυτή τη συμπεριφορά. Είναι, επομένως, η ψήφος ένα ζήτημα υποχρέωσης και καθήκοντος; Ή είναι, απλώς, μια αντανάκλαση ενός πολιτικού συστήματος, το οποίο αυτοαποκαλείται δημοκρατικό, αλλά, δεν φαίνεται να έχει κάποια βασικά δημοκρατικά χαρακτηριστικά.

Ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη σημερινή της πραγματικότητα φαίνεται πως αδυνατεί να αναμετρηθεί με το πνεύμα και τους λόγους για τους οποίους συστάθηκε. Σχεδόν απούσα από τις διεθνείς εξελίξεις και χωρίς κάποια αξιοσημείωτη πρόοδο στην εξωτερική της πολιτική προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις ευρωπαϊκές πολιτικές και στις εθνικές πολιτικές των κρατών-μελών. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ευρωπαϊκές και στις εθνικές πολιτικές. Άλλωστε, τα κράτη δεν μπορούν να αποποιηθούν τις πολιτικές και τα συμφέροντά τους. Επομένως, η  σύνθεση των εθνικών πολιτικών επί συγκεκριμένων ζητημάτων αποτελεί τη μεγάλη πρόκληση για την ΕΕ.

Η συμμετοχή των ευρωπαϊκών κοινωνιών μπορεί να αντισταθμίσει τη σταδιακή κατάρρευση της Ένωσης. Πέραν από τη δυνατότητα της εκλογής των αξιωματούχων, ο έλεγχος και η ανάκληση στην περίπτωση παράβασης των εντολών μπορούν να συνδράμουν σε μια πιο υγιή πολιτική διαδικασία εντός της ΕΕ. Η ΕΕ διαθέτει τα μέσα, τεχνολογικά και άλλα, έτσι ώστε να δοθεί το απαραίτητο βήμα στην κοινωνία με σκοπό τη θεσμοθέτησή της σε ένα διαρκές σώμα, το οποίο θα εκλέγει, θα ελέγχει και όπου χρειάζεται θα ανακαλεί το πολιτικό προσωπικό. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να αποτελέσει την απαρχή μιας ευρύτερης υγιούς εξωστρέφειας της ΕΕ και της δυναμικότερης συμμετοχής της στο διεθνές γίγνεσθαι. Ο προβληματισμός των ψηφοφόρων για την αυριανή διαδικασία πρέπει απαραίτητα να συμπεριλαμβάνει τη δική τους θέση στην ΕΕ και όχι την επιβράβευση της απουσίας και του παραγκωνισμού τους από την πολιτική διαδικασία.

*Πολιτικός επιστήμων