Μεγαλώσαμε χωρίς να ξέρουμε τι είναι τα κρουασάν, τα ψωμιά τα πολύσπορα, ολικής αλέσεως ή χωρίς γλουτένη. Στα σάντουιτς δεν είχαμε επιλογές από τριάντα είδη ψωμιών και άλλων τόσων τυριών ή αλλαντικών. Το ψωμί ήταν ένα και μοναδικό, καρβέλι ολοστρόγγυλο σαν το ολόγιομο φεγγάρι και το κουλούρι που πιάναμε από τον πλανόδιο κουλουρά, στρογγυλό με μια τρύπα στη μέση, πασπαλισμένο με μπόλικο σουσάμι. Κάποιοι φούρνοι άρχισαν τη δεκαετία του 60 να φτιάχνουν ψωμιά «νεωτερισμούς», φραντζόλες ή σλάις, με τα οποία οι μαμμάδες έφτιαχναν τα σάντουιτς των γενεθλίων και οι γιαγιάδες ονόμαζαν ψευτολογίες και ούτε που καταδέχονταν να το βάλουν στο στόμα τους.

Τα γαλλικά μισοφέγγαρα, τα κρουασάν, που βρίσκεις πλέον παντού και για πολλούς αποτελούν μέρος της καθημερινότητάς μας, ήταν μια ακόμη άγνωστη λέξη που βρίσκαμε στο μάθημα των γαλλικών και που η καθηγήτρια πάσχιζε να μας εξηγήσει. Η μόνη αντιστοιχία που της ήρθε στο μυαλό ήταν «κίφιλλο» και για τη baguette, το γαλλικό ψωμί, «φραντζόλα». Η επεξήγηση γραμμένη με μολύβι υπάρχει μέχρι σήμερα στο πρώτο βιβλίο των γαλλικών με τα παράξενα ονόματα των ηρώων, Gaston, Benjamin και Vincent, των οποίων οι διάλογοι προκαλούσαν αφόρητη πλήξη και χασμουρητά στην τάξη. Επρόκειτο για ένα αντιπαιδαγωγικό εγχειρίδιο το οποίο λες είχε ως στόχο «πώς να μισήσεις τη γαλλική γλώσσα!».

Τα κίφιλλα που έμοιαζαν κάπως με τα γαλλικά brioches παρά με κρουασάν, τα προμηθευόμασταν ζεστά-ζεστά από τον αγαπημένο φούρνο του Βαρδιάνου στην ενορία της Αγίας Τριάδας, όταν μας έπαιρνε η μάμμα βόλτα με το λευκό Ford Escort της. Εκεί μας υποδεχόταν η κυρία Παναγιώτα με χαμόγελα και πάντα έναν καλό λον για μας τα παιδιά. Ήταν μια καλοκάγαθη γυναίκα με φεγγαρόφωτο πρόσωπο, η οποία έφευγε αξημέρωτα από το σπίτι της να πιάσει δουλειά και να βγάλει ένα μεροκάματο ώστε να μεγαλώσει τα τρία παιδιά της, αφού ο άντρας της τους εγκατέλειψε και ούτε οικονομικά δεν βοηθούσε. Τα παιδιά πρόσεχε η αδελφή της ενώ σχολάζοντας επέστρεφε σπίτι για να βοηθήσει στο μαγείρεμα και στις δουλειές. Ένα σπιτάκι, στην υποβαθμισμένη περιοχή Παμπούλα, το οποίο έλαμπε από καθαριότητα που είναι και μισή αρχοντιά.

Μαζί τους έμενε και ο παππούς Χριστόδουλος που έφερνε τη λιγοστή ψαριά του και όσα χρήματα κέρδιζε για να μεγαλώσουν τα παιδιά. Μερακλήδες, πατέρας και κόρες μαγείρευαν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για τα παιδιά με λίγο ψάρι και ό, τι τους πρόσφερε εποχιακά η φύση, καραόλους, μανιτάρια, στρουθούδκια, τρώγοντας καλύτερα και από άρχοντες. Η μικρή τους αυλή χωρούσε συγγενείς φίλους και γείτονες όταν άναβαν τα κάρβουνα σε διάφορες γιορτές.

Τα Ψαράτικα ήταν το δεύτερο σπίτι των αγοριών, κυρίως του Χρήστου ο οποίος τα Σαββατοκύριακα και τα καλοκαίρια που δεν είχε σχολείο έβγαινε στα ανοιχτά με τη βάρκα του παππού του, ρίχνοντας τα δίχτυα και καρτερώντας κάτω από τον έναστρο ουρανό. Έμαθε τη θάλασσα και την τέχνη του ψαρέματος μα κυρίως, μέσω των ιστοριών του παππού, τη σοφία και την αγάπη για τη ζωή και τους ανθρώπους.

Όταν επέστρεφε στο νησί από τις σπουδές του στη Γερμανία κατέφευγε στη θάλασσα και αργότερα που εργαζόταν σκληρά ως φυσιοθεραπευτής, ξέκλεβε λίγο χρόνο από τη δουλειά για να πάρει τις κόρες του Ρωξάνη και Έλλη, να ρίξει τη βάρκα «Καπετάνιος Ττόουλος» και να χαθεί στα βαθιά, γνωρίζοντας όλα τα μυστικά της θάλασσας και νιώθοντας οικειότητα μαζί της, χωρίς να τον φοβίζει το σκοτάδι ή η βαρυχειμωνιά. Ταυτόχρονα έβρισκε χρόνο να φροντίζει τους ασθενείς του ακόμη και στις γιορτές, έτοιμος να ανοίξει το φυσιοθεραπευτήριό του ακόμη και Κυριακές ή τις αργίες ή τρέχοντας στα σπίτια τους αν τον χρειάζονταν. Οι δύο αδελφοί πρόσφεραν καθημερινή φροντίδα στη μητέρα τους μέχρι το τέλος της ζωής της.

Ο Χρήστος εκτός από τους καραόλους, τα μανιτάρια και άλλα καλούδκια που έψηνε στα κάρβουνα, ζύμωνε και φλαούνες για να μυρίσει το σπίτι που κρατούσε ζωντανό η μητέρα. Αδίκως λέμε το «πατρικό» σπίτι, αντί το «μητρικό». Με τη ψαριά και το κυνήγι που μέχρι σήμερα φέρνει στο σπίτι και μοσχοβολά η γειτονιά από τα μαγειρέματά του, διαπιστώνουμε πως «Το λλίον εν το πολλύν» κατά τον αγαπημένο μας ποιητή Μιχάλη Πασιαρδή. Δεν χρειάζεται πολλά το πλάσμα, «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου», όπως λέει και το γνωστό τραγούδι της Μαρινέλλας και του Γ. Κατσαρού σε στίχους Πυθαγόρα που είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Eurovision το 1974, τότε που τα τραγούδια είχαν το άρωμα και τη γεύση της κάθε χώρας.

Καλό δροσερό καλοκαίρι, χωρίς καύσωνες εύχομαι, όπως αυτόν του Σαββατοκύριακου των εκλογών που μας έκαψε, όπως ακριβώς ο τικ-τόκερ Φειδίας έκαψε τα πυρίμαχα μέχρι προσφάτως κυπριακά κόμματα…

dena.toumazi@gmail.com