Κάθε πρωί που ανεβαίνει στον πύργο του, ανεβάζει μια κίτρινη και κόκκινη παντιέρα, έπειτα κάθεται και ατενίζει για ώρες το πέλαγος. Βάζει μουσική στο κινητό του, κάνει καφέ και μετά πίνει φραπέ και άπειρους φραπέδες κατά τη διάρκεια της μακράς καλοκαιρινής μέρας. Ούτε σταγόνα αλκοόλ δεν βάζει στο στόμα του. Όταν πεινάσει ανοίγει την παγωνιέρα του, τρώει σάντουιτς ή κανένα φρούτο, με το βλέμμα στραμμένο πάντα στη θάλασσα. Ούτε για να κοιτάξει το κινητό του δεν σκύβει όπως κάνουν όλοι οι νέοι της ηλικίας του που έχουν το βλέμμα στραμμένο κάτω στη μικρή οθόνη, σερφάροντας στην απέραντη θάλασσα του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αντιθέτως, αυτός παίρνει τα κιάλια του και από εκεί ψηλά παρατηρεί περιμετρικά την ακτή.

Στα ανοιχτά, σαν σε θαλασσογραφία είναι αγκυροβολημένα πολλά πλοία. Καμμιά γραφικότητα στο σκηνικό εφόσον πρόκειται για φορτηγά που περιμένουν τη σειρά τους για να μπουν στο λιμάνι, να φορτώσουν ή να εκφορτώσουν εμπορευματοκιβώτια. Κάποια μοιάζουν να εγκαταλείφθηκαν ή να ξεχάστηκαν ή ακόμη και να είναι στοιχειωμένα. Αλλά, να που μια καλή πρωία σαλπάρουν με τα γιγάντιά τους εμπορευματοκιβώτια να μοιάζουν από μακριά σαν πολύχρωμα σπιρτόκουτα. Τα πλοία φεύγουν για άλλες χώρες και ηπείρους, αφήνοντας μαύρο καπνό πίσω τους στον ορίζοντα.

Ο νεαρός με τα κιάλια παρατηρεί την κίνηση στο κατάστρωμα, εργάτες και ναύτες πηγαινοέρχονται, άνθρωποι για τους οποίους το πλοίο αποτελεί τη μόνιμη κατοικία τους, που κάνουν μήνες ή και χρόνια μέχρι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, να δουν για λίγο τους δικούς τους, προτού χαθούν στις θάλασσες και στους ωκεανούς και αναμετρηθούν με «χίλια μύρια κύματα».

Καμιά σχέση με τα φέρυ της χαράς και της ξεγνοιασιάς που φεύγουν από τα λιμάνια του Πειραιά και της Ραφήνας, φορτωμένα με παραθεριστές με πολύχρωμα ρούχα, ψάθινα καπέλα και αποσκευές, που πιάνουν λιμάνι σ’ ένα νησί κι έπειτα σε άλλο κι άλλο. Πλοία με ταξιδιώτες γεμάτους ήλιο και καλοκαίρι, όνειρα και προσδοκίες. Μόνο τη μπουρού τους ν’ ακούμε όταν πιάνουν λιμάνι ή βάζουν πλώρη και τότε φτερουγίζει η ψυχή μας.

Για τους ξένους τουρίστες και τους ντόπιους κολυμβητές τα πλοία αυτά αποτελούν ένα σύνηθες σκηνικό, πίσω από τους κυματοθραύστες, πλοία σαν διακοσμητικά αντικείμενα στο βάθος της θάλασσας. Χαρά θεού τέτοια εποχή που οι μαθητές του γυμνασίου και του λυκείου, όπως συνηθίζεται στις παράκτιες πόλεις του νησιού, κάθονται για τις τελικές εξετάσεις, τις προεισαγωγικές και τις πανελλήνιες, με το μαγιό κάτω από τη σχολική στολή. Τελειώνοντας μια εξέταση τρέχουν να εξαγνιστούν βουτώντας στη θάλασσα, προτού στρωθούν στο διάβασμα για την επόμενη εξέταση.

Νέα κορμιά, τα νιάτα με τις ρακέτες, τις πετσέτες στην άμμο, ούτε ξαπλώστρες, ούτε ομπρέλες χρειάζονται. Σε λίγες μέρες τα αγόρια θα φτάσουν στην παραλία κουρεμένα προτού πάνε φαντάροι. Μαμάδες και παιδάκια με κουβαδάκια, τουρίστες και ντόπιοι, νέοι και ηλικιωμένοι νοικιάζουν ξαπλώστρες σε μια παραλία που μυρίζει καρύδα από τα αντηλιακά λαδάκια και τις κρέμες. Άνθρωποι πολλοί αλλάζουν βάρδιες κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ κάποιοι τουρίστες έρχονται το πρωί και δεν φεύγουν παρά με τη δύση του ήλιου για να εκμεταλλευτούν στο έπακρον τις διακοπές τους, στο νησί του ανατέλλοντος καυτού ηλίου.

Οι μέρες και οι βδομάδες περνούν και ο ναυαγοσώστης στον πύργο του σηκώνει παντιέρα άλλου χρώματος, ανάλογα με τους ανέμους. Μόνος εκεί ψηλά πάνω από τα πλήθη των λουομένων. Είναι ο αόρατος άνθρωπος που έχει τα μάτια του δεκατέσσερα, παρατηρώντας μήπως κάποιος κινδυνεύει από πνιγμό ή κάποιος σκιέρ ή σέρφερ στα βαθιά χρειάζεται βοήθεια. Έτοιμος να προστρέξει ή να παράσχει τις πρώτες βοήθειες σε μικροατυχήματα, ένα τσίμπημα από μέδουσα ή δράκαινα. Ακόμη κι οι ντόπιοι κολυμβητές που συχνάζουν καθημερινά στο ίδιο σημείο, δεν σηκώνουν το βλέμμα απάνω, αν τον δουν στον δρόμο δεν θα τον αναγνωρίσουν, ούτε ξέρουν το όνομά του. Ανώνυμος κι αυτός, όπως κι οι ανώνυμοι ναύτες στα βάθη του ορίζοντα.

Μόνο η κυρία Μαίρη τον καλημερίζει κάθε πρωί προτού βάλει το σκουφάκι με τα λουλούδια, τη μάσκα και τα πέδιλα και χαθεί στα βαθιά, νιώθοντας ασφάλεια αφού ένας φύλακας άγγελος τη φυλάει ψηλά από τον ξύλινό του πύργο. Κάθε τόσο του φέρνει κουλουράκια ή ελιωτές που έφτιαξε στο σπίτι. Είναι η μόνη που φεύγοντας τον χαιρετά και του λέει «Γεια σου άγγελε μου τζαι ευχαριστώ». Ο Άντρος της ανταποδίδει τον χαιρετισμό με μια ελαφρά υπόκλιση, βγάζοντας και ανεμίζοντας το κασκέτο του.

dena.toumazi@gmail.com

Φωτογραφία: Στάθης Μαύρος