Η Σουηδία ήταν μια χώρα πάνω ψηλά στον χάρτη στην οποία όπως είχαμε μάθει στο δημοτικό, το καλοκαίρι έλαμπε ο ήλιος του μεσονυχτίου και οι νύχτες ήταν λευκές. Γι’ αυτό κι εμείς τα παιδιά από το νησί του ανατέλλοντος ηλίου, ονειρευόμασταν να περνάμε εκεί τα καλοκαίρια μας για να παίζουμε ασταμάτητα χωρίς να μας φωνάζουν οι μαμάδες μας «σκοτείνιασε, ελάτε σπίτι». Όπως στα πλείστα παιδιά, ούτε σ’ εμένα άρεσε η νύχτα με τις σκιές και τα μυστικά της, ενώ μισούσα την ώρα του ύπνου. Γι’ αυτό και ένιωθα λύπηση για τους κατοίκους της Σουηδίας που περνούσαν τον χειμώνα στο σκοτάδι. Για χρόνια ήθελα τη μάμμα ή τον παπά δίπλα μου μέχρι ν’ αποκοιμηθώ με τα παραμύθια τους ενώ την υπόλοιπη νύχτα ένα φωτάκι που έβγαινε από την ασημένια Παναγίτσα του τοίχου φώτιζε αμυδρά το δωμάτιό μου.
Στην Eurovision του 1974 που παρακολουθούσαμε κάθε άνοιξη από τις μαυρόασπρες τηλεοράσεις μας, ένα σουηδικό συγκρότημα οι ΑΒΒΑ, κέρδισαν το πρώτο βραβείο με το «Βατερλό» που τραγουδούσαμε τόσο τα παιδιά όσο και οι έφηβοι. Οι νέοι το χόρευαν και γλεντούσαν στα γενέθλια και τα καλοκαιρινά πάρτι, όσα πρόλαβαν να γίνουν πριν τις 15 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς, αποφράδα μέρα με το πραξικόπημα της χούντας και την τουρκική εισβολή και κατοχή που ακολούθησαν. Από τότε και για μεγάλο διάστημα δεν γιορτάζαμε γενέθλια ή ονομαστικές γιορτές, παρά μόνο τις εθνικές μας επετείους. Ζούσαμε κι εμείς το δικό μας «Βατερλό», αν και ο όλεθρος που μας βρήκε δεν ήταν αμετάκλητος, αλλά μια «προσωρινή κατάσταση» μέχρι να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στις πατρογονικές τους εστίες, όπως μας έλεγαν οι πολιτικοί κι εμείς το πιστεύαμε. Με το σλόγκαν «Τα σύνορά μας στην Κερύνεια» περνούσαν τα χρόνια και οι δεκαετίες. Ξεχάσαμε τους Abba και την επίσκεψη τους στο νησί το 1970, τότε που έδωσαν μια μικρή συναυλία για τους σουηδούς κυανόκρανους που φύλαγαν σαν τα γαλάζια μάτια τους το νησί.
Στις ξαπλώστρες της παραλίας της Αμμοχώστου άραζαν ξανθιές σουηδέζες τουρίστριες με γαλάζια μάτια και λευκά καλλίγραμμα σώματα, φορώντας συνήθως μόνο το κάτω μέρος του μαγιώ τους, κάνοντας ηλιοθεραπεία. Οι μεσογειακοί μελαχρινοί νέοι με τις σκούρες γενειάδες και μαλλιά, που έμοιαζαν με τον Βεδουίνο στα ομώνυμα σπίρτα συνωστίζονταν στις ξανθιές παραλίες της Αμμοχώστου κάνοντας μπανιστήρι ή καμάκι και μακροβούτι στα κρυστάλλινα δροσερά νερά για να σβήσουν τις φωτιές που τους άναβαν. Ακόμη και οι ασχημούλες φάνταζαν σαν εξωτικές καλλονές στα μάτια τους αφού είχαν χρυσά μαλλιά ενώ τις Κυπριοπούλες με τα μαύρα μάτια, τα χοντρά μαύρα φρύδια και τα σγουρά μαλλιά, θα τις ξανακοίταζαν μόνο σαν έφταναν σε ηλικία παντρειάς.
Τότε θα διάλεγαν για νύμφη ένα δικό τους κορίτσι «παπούτσιν ’που τον τόπον σου» όπως τους συμβούλευαν οι μανάδες κι οι γιαγιάδες. Κι αν ήταν και λίγο στρουμπουλές, με καμπύλες και όχι ξερατζιανές, όπως οι Σουηδέζες, αυτό σήμαινε πως θα καρποφορούσαν χαρίζοντάς τους απογόνους. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν δίαιτες, γυμναστήρια, πιλάτες και ινστιτούτα αδυνατίσματος. Η μόνη γυμναστική που γνωρίζαμε ήταν η σουηδική που κάναμε την ώρα της σωματικής αγωγής στα σχολεία. Ο πατέρας μου, μανιακός καπνιστής από έφηβος, είχε μεγάλη συλλογή από αναπτήρες, τα λεγόμενα τσακμάκια, μα αυτός προτιμούσε ν’ ανάβει τα τσιγάρα του με τα σπίρτα Βεδουίνος που κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του. Στην ουσία σπάνια τα χρειαζόταν αφού άναβε το νέο τσιγάρο πριν πετάξει το προηγούμενο.
Ο Βεδουίνος που «κυπριοποιήθηκε» σε «Πετεβίνος» ήταν σε ημερήσια διάταξη ακόμη και στην κουζίνα του κάθε σπιτιού, αφού μ’ αυτόν άναβαν οι νοικοκυρές τη σόμπα για να ψήσουν καφέ και ν’ ανάψουν τις θερμάστρες τον χειμώνα. Μέχρι και το καντήλι στο εικονοστάσι ήθελε τον Βεδουίνο του. Ήταν παρών στις γιορτές ανάβοντας τα κάρβουνα για τη σούβλα και στα παιδικά πάρτι γενεθλίων τα κεράκια, φωτίζοντας τις παιδικές ψυχές που περίμεναν με χαρά και προσμονή αυτή τη στιγμή.
Ποτέ δεν κατάλαβα ούτε και κατάφερα να μάθω γιατί ο σουηδός εμπνευστής και εφευρέτης των σπίρτων ασφαλείας, τον 19ο αιώνα στη Σουηδία, τους έδωσε την ονομασία αυτή, βάζοντας μάλιστα στο κουτί την εικόνα ενός βεδουίνου με όπλο πάνω σ’ ένα αραβικό άλογο. Στις μέρες μας θα μπορούσε να θεωρηθεί ομοφοβικό, ταυτίζοντας τους άραβες και τους νομάδες με αυτούς που βαστούν ντουφέκι στον ώμο κι είναι έτοιμοι ν’ ανάψουν φωτιές. Όπως και να ’χει ο Βεδουίνος, άλλως Πετεβίνος αγαπήθηκε και εξυπηρέτησε τόσες γενιές ανθρώπων στο νησί και σ’ όλο τον κόσμο. Τον σκεφτόμαστε σαν ένα οικείο, δικό μας πρόσωπο, στο οποίο θα εισηγούμασταν να απονεμηθεί ένα βραβείο Νόμπελ Φιλίας και Ειρήνης, από τη Σουηδική Ακαδημία. Σίγουρα αξίζει χίλιες φορές περισσότερο στον Πετεβίνο μας από τον Κίσινγκερ, ο οποίος πήρε Νόμπελ Ειρήνης ένα χρόνο πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.
dena.toumazi@gmail.com