Φορτισμένες είναι οι μέρες μας αυτές. Όπως κάθε χρόνο, που το ημερολόγιο μάς θυμίζει όσα δεν πρέπει να ξεχάσουμε. Όσα δεν μπορούμε να ξεχάσουμε. Στερεύουν όμως μέσα σου τα επετειακά «πρέπει». Ιδίως το φετινό, που αριθμητικά είναι πιο βαρύγδουπο. Συνειδητά απέχεις. Κλείνεις τηλεοράσεις, βάζεις ωτασπίδες στους πολιτικούς τηλεβόες. Απενεργοποιείς τις νέες υποσχέσεις.
«Γυρίζω της πλάτες μου στο μέλλον. Στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε. Αφού η Ιστορία σας ανήκει, σαρώστε το λοιπόν αν επιμένετε»… Ακόμα κι ο πόνος έχει σχεδόν εξαφανιστεί – απλώς δεν το λέμε, μη μας παρεξηγήσει η Ιστορία! Οι εκδηλώσεις και δηλώσεις. Τα μνημόσυνα και οι μνήμες. Τα άρθρα και που δεν έχουν πλέον τελεία. Οι δεσμεύσεις, αστείες. Δεν θέλω πια ν’ ακούω όρκους ψεύτικους. Ακόμα και το «Δεν Ξεχνώ» προσεγγίζει περισσότερο σε εντολή, παρά ανάγκη.
«Στ’ αυτιά μου δεν χωράνε υποσχέσεις. Το έργο τόχω δει, μη με τρελαίνετε. Το πλοίο των ονείρων μου με πάει, σε κόσμους που εσείς δεν τους αντέχετε…».
Ευτυχώς, όμως, υπάρχουν τα δικά σου ερωτήματα. Στριφογυρνάνε μέσα σου, και πάντα βρίσκεται μια αφορμή για να πιαστείς από ένα έστω από αυτά, και να το ψάξεις. Προσωπικά, έχω καλή αποθήκη. Τα βιβλία μου. Γεμάτα σημειώσεις και υπογραμμίσεις. Ξέρω ακριβώς πού να πάω, και τι να ψάξω. Δεν χρειάζομαι τα αμφιλεγόμενα αρχεία τους.
Έχω τους ανθρώπους που βλέπω, στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Τα μικρά, μεγάλα οδοιπορικά μου στα μέρη του νησιού, σε νότο και σε βορρά, όπου βρίσκω ακόμα απαντήσεις… Διότι συνομιλούμε. Βλεπόμαστε. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Φεύγουμε λέγοντας «στο επανειδείν». Επιστρέφω στο τίποτα… «Μένω μονάχος στο παρόν μου, να σώσω οτιδήποτε κι αν σώζεται. Κι ας έχω τις συνέπειες του νόμου (ΝΑΙ θα ψήφιζα, αν μπορούσα!), συνένοχο στο φόνο δεν θα μ’ έχετε».
Αρκετά έχουμε υποφέρει από την επιβαλλόμενη σιωπή, μη τυχόν και σε κατατάξουν «με τους άλλους». Γνώριμο στίγμα στον τόπο μας, το «με ποιους είσαι;». Το «με ποιους θα πας;». Και το κλασικό «να προσέχεις».
Ο πατέρας μου ο καλός, όταν βγαίναμε βόλτα στα πανέμορφα, άγρια δάση της Αφρικής, μου έλεγε «μπες μπροστά, δείξε μου εσύ τον δρόμο». Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου να καταλάβω ότι εκείνη η προτροπή ήταν μια «συμβουλή» πολύ πιο χρήσιμη από το «πρέπει» και το «πρόσεχε». Καθ’ οδόν, μου’ριχνε ερωτήσεις διάφορες, και μ’ άφηνε να λέω. Ποτέ δεν απαντούσε για λόγου μου. Μου’μεινε. Γι’ αυτό και σήμερα…
«Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον, το κόλπο είναι στημένο και στα μέτρα σας. Ξεγράψτε με απ’ τα κατάστιχά σας. Στον κόπο σας δεν μπαίνω, και στα έργα σας».
Φορτισμένες οι μέρες μου. Οι φίλοι με εγκαλούν που δεν συμπλέω με το κοινό αφήγημα ότι το Κυπριακό δεν έχει λυθεί ως τώρα εξαιτίας της Άγκυρας. Εκείνο που τους λέω, και κυριολεκτικά έχει μαλλιάσει η γλώσσα μου, είναι ότι πέραν από το κεφάλαιο των ευθυνών, υπάρχει ένα άλλο πολύ πιο σπουδαίο: ό,τι μετά από κάθε αποτυχημένη προσπάθεια συμφωνίας, δεν θα έπρεπε να αφήναμε (εμείς προπαντός, που λεηλατηθήκαμε) ούτε μία ημέρα να περάσει ώσπου να πούμε «εντάξει, δεν τα βρήκαμε, ας κάνουμε μια παύση ενός-δύο μηνών, και να προσπαθήσουμε ξανά».
Δεν συμφωνήσαμε στο Σχέδιο Ανάν το 2004 – δεν έχει τόση σημασία το πως και το γιατί, ασχέτως εάν κάποιοι θερμοκέφαλοι βρήκαν ξανά την βολική απαξίωση των «προδοτών». Σημασία έχει ότι αφήσαμε να περάσουν άλλα 12 χρόνια ώσπου να ξαναπροσπαθήσουμε. Δώδεκα χρόνια! Με την πατρίδα να βυθίζεται ακόμα πιο πολύ στην κατοχή της. Τα μέρη να ξεχνιούνται. Τα σπίτια να χάνονται σε άλλα χέρια. Τους ανθρώπους να ζουν, ο καθένας στην μεριά του σαν εξωγήινοι – και μάλιστα εχθροί.
To «ξαναπιάσαμε» το πρόβλημά μας, 2016-2017, έχοντας βγει από το μνημόνιο, ελπίζοντας τότε ότι το «άνοιγμα» του νησιού μας θα μπορούσε να φέρει ευημερία και ειρήνη σε όλους. Πήγαμε στο Κραν Μοντανά, με μόνο ένα κεφάλαιο υπό συζήτηση. Σε όλα τα άλλα, υπήρχε γενική συμφωνία. Τα «σου’πα μου’πες» αφήστε τα. Τα αρχεία, επίσης. Δεν τα «βρήκαμε». Ξανάρχισε το blame game. Και νάμαστε πάλι, από χειρότερη αφετηρία ξανά, στο 2024, άλλα 6 χρόνια μετά. Γιατί, αφήσαμε πάλι να περάσει τόσος καιρός; Για να «ωριμάσουν οι συνθήκες»; Κόφτε το, επιτέλους, αυτό το αστείο.! Βρείτε άλλο αφήγημα για τις απαντήσεις σας…
(*) Οι ενδιάμεσοι στίχοι με εισαγωγικά, είναι γραμμένοι από τον Διονύση Τσακνή για το τραγούδι του «Γυρίζω τις Πλάτες μου στο Μέλλον», που το ερμήνευσε ο ίδιος, και οι Αφοι Κατσιμίχα.